για έναν έρωτα που δεν πρόλαβα να χαρώ..

..πριν τριάντα χρόνια..
Φριχτούγεννα, τέλη δεκαετίας του ‘70. Σχολικός έρωτας η Σοφία. Εγώ στο σχολείο δηλαδη, αυτή έναν χρόνο μεγαλύτερη διάβαζε να ξαναδώσει. Είχαμε γνωριστεί Χριστούγεννα στο πάρτυ της αδελφής της, που τα είχε με έναν φίλο. Μόλις είχε βγει το “Last train to London” των ELO και πρέπει να το είχαμε ακούσει 20 φορές εκείνο το βράδυ. Ανανεώσαμε όλοι μαζί το ραντεβού για την επόμενη Παρασκευή, στον Αχιλλέα, μια ταβέρνα με μουσική, στην Ανάληψη. Είχα επιδιώξει να καθήσω δίπλα της, τα λέγαμε και μετά από λίγο τα δάχτυλα μας πλέχτηκαν κάτω από το τραπέζι. Στις ώρες που μείναμε εκεί, μπροστά στα καραφάκια με το λευκό κρασί, ερχόμασταν και ολο πιο κοντά.

Ξεκινήσαμε να φύγουμε, τα κορίτσια έμεναν Ιταλίας, θα τα πηγαίναμε σπίτι, το πρώτο φιλί ήταν κάτω από μιά πιλοτή, κάπου εκεί κοντά. Έχουν περάσει τριάντα και χρόνια, αλλά θυμάμαι πως φορούσε καφέ κοτλέ levis, μια πράσινη ζιβάγκο, κίκερς απο το Μούγερ και ένα μπέζ μοντκόμερυ. Δεν θέλαμε να τελειώσει η διαδρομή απο την Ανάληψη στο σπίτι της, πηγαίναμε σφιχτά χέρι-χέρι, κάθε λίγο σταματούσαμε και ενώναμε τα χείλη μας. Διαδρομή του δεκαλέπτου, την κάναμε πάνω από μιά ώρα, καθυστερώντας και το άλλο ζευγάρι, φιλιά στην είσοδο, ταξί για σπίτι, ύπνος γλυκός και ονειρικός, ξύπνημα την άλλη μέρα, με την μυρωδιά της παντού και την απορία αν ήταν όνειρο ή όχι. Αλήθεια πόσες φορές δεν έχει συμβεί αυτο; Να ξυπνάω την επόμενη μέρα και να αναρωτιέμαι αν όλα όσα συνέβησαν τα έζησα ή ήταν όνειρο; Μόνη απόδειξη, ένα άρωμα, μια γεύση στα χείλη, ένα αίσθημα γλύκας από τους λαιμούς που άγγιξαν ο ένας τον άλλον.

Ακολούθησαν δύο τρείς έξοδοι με όλη την παρέα, ξανάρχισαν τα σχολεία, μια μέρα που ήμουν απογευματινός, προσκλήθηκα να περάσω από το σπίτι της. Οι γονείς της έλειπαν στη δουλειά, η αδελφή της ήταν στο σχολείο, έφτασα κατά τις 11, με τα βιβλία μου, φορούσε ένα φόρεμα με φουφούλες στα μανίκια και πολλά κουμπιά στην πλάτη. Σαν τα κορίτσια του Χατζηδάκι, που τρέχουν στα σταροχώραφα το απομεσήμερο του καλοκαιριού. Τα κορμιά μας ενώθηκαν εξερευνητικά στο πάτωμα του σαλονιού, τρυφερά, συγκρατημένα, με δισταγμό και σεβασμό. Έφυγα πετώντας, πως να εξηγήσω τη χαρά μου στους συμμαθητές μου, που συζητούσαν για ποδόσφαιρο, φυσική και αρχαία. Οι μέρες περνούσαν, ανακαλύπταμε πράγματα μαζί, από το να ζείς και να σκέφτεσαι τον άλλον συνέχεια, ως τις χαρές του έρωτα, στην κρεβατοκάμαρα των γονιών της που έλειπαν σε ταξίδι.

Οι γονείς μας συνάδελφοι και γνωστοί. Ο καιρός πέρασε, το καλοκαίρι έβγαινε, πλησίαζαν ξανά οι μέρες των σχολείων. Είχαν βγει τα αποτελέσματα και η Σοφία είχε περάσει κάπου μακρυά απο την Θεσσαλονίκη. Μου ζητάει να συναντηθούμε για να μιλήσουμε, βρεθήκαμε κάπου δίπλα στη θάλασσα, στον Ναυτικό όμιλο, στη Σοφούλη. Εκεί, με κλάματα μου ανακοίνωσε πως ήθελε να χωρίσουμε. Ένοιωσα τον κόσμο να φεύγει κάτω από τα πόδια μου. Δεν μπορούσε να μου εξηγήσει το γιατί, απλά έκλαιγε και μου έλεγε «δεν γίνεται». Χωρίσαμε εκεί, ένα δειλινό, με δάκρυα στα μάτια που λέει και το τραγούδι. Ήταν η πρώτη μου απογοήτευση.

Με πόνεσε πολύ, με πήρε απο κάτω για μήνες. Έχασα τον εαυτό μου, οι βαθμοί μου μηδενίστηκαν, το τροπάριο που άκουγα από τη μάνα μου ήταν “τζάμπα πάει το μυαλό σου”. Μάλλωνα με τους δικούς μου, περισσότερο από συνήθως, ώσπου μιά μέρα έπαθα μια σοβαρή κρίση πανικού, την πρώτη, που τότε κανείς δεν ήξερε πως να την αντιμετωπίσει. Από τα τρία F, το ασυνείδητο μου διάλεξε το “Fight”. Ένοιωσα ξαφνικά έναν φριχτό πόνο στην πλάτη, έχασα την αναπνοή μου, πάλευα να πάρω ανάσα με γρήγορες κοφτές αναπνοές, άρχισα να θολώνω απο το πολύ οξυγόνο, το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει. Ήθελα να μαλλώσω με τους πάντες, επιτέθηκα στον πατέρα μου που προσπαθούσε να με ηρεμήσει, έσπασα μια τζαμαρία, πάλευα με τα κομμάτια να κόψω τις φλέβες μου, δεν μπορείτε να φανταστείτε το πόσο δύσκολο είναι. Χρόνια μετά είχαν μείνει κάτι αχνά σημάδια, τώρα πλέον ίσως να μην υπάρχουν. Ήθελα να κομματιάσω τη σάρκα μου, να μην υπάρχω, όχι χωρίς Αυτήν, όχι με τόσο πόνο…

Τις επόμενες μέρες, άκουγα στη διαπασών τους στίχους “old Charlie stole the handle and the train “it” won’t stop going, no way to slow down”, την ιστορία ενός looser από τους Jethro Tull και ένοιωθα την περιδίνηση πρός τα κάτω να με συνεπαίρνει. Ευτυχώς είχα για παρέα έναν βλαμμένο, ερχόταν από το σπίτι μου τα απογεύματα, ακούγαμε Λιλλιπούπολη και κατεβαίναμε κάτω, στα αναρχο-καφενεία, Αχίλλειο, Ματζέστικ, Αιγαίο. Το σλόγκαν μου, του χωρισμού, ήταν «Τσιγάρο-πιοτό, κιτρίνισα γαμώ τη φάρα μου..». Εφταιγαν και τα άφιλτρα που κάπνιζα για το κίτρινο χρώμα στα δάχτυλα.. Είχα πολύ νωπό τον στίχο από τη Ρεζέρβα του Σαββόπουλου «..Σχεδόν τρεκλίζοντας ξανά ‘ρθε στην Αθηνά, και τότε πιάσαν την μνηστή του, της είπαν λόγια, βοηθήσαν κι γονείς ώσπου διέκοψε μαζί του..».

Με το Scoda του πατέρα μου, χωρίς δίπλωμα, χωρίς την έγκριση του, πήγαινα και πάρκαρα κάτω από το παράθυρο της, σε μιά πρασιά, καθόμουν και κάπνιζα ώρες ατελείωτες, ακούγοντας μουσική, με την ελπίδα πως θα δω ενα φως να ανάβει, μια φιγούρα να κινείται, Αυτήν. Ποτέ δεν έγινε αυτό, μάλλον κοιμόταν νωρίς και ήσυχα, μάλλον δεν μοιραζόταν τον ίδιο πόνο με μένα. Μερικές φορές εξοργιζόμουν, γιατί εγώ να πονάω και αυτή να μην το νοιώθει; Δεν έπρεπε οι εραστές να έχουν τηλεπαθητικές ικανότητες και να νοιώθει ο ένας τον άλλον; Έμενα βουβός και άλαλος, σχεδόν κάθε βράδυ από κει κάτω, πόσα πολλά είχα να πω, αλλά η γέφυρα ήταν κομμένη..
Όταν άρχιζε να ξημερώνει, το γνωστό λυκαυγές, γύριζα και φρόντιζα να παρκάρω το αυτοκίνητο στο ίδιο σημείο, για να μην πάρει χαμπάρι ο πατέρας.

Λίγους μήνες μετά, μου ήρθε ένα γράμμα από τη Σοφία, όπου μου έγραφε πως ήταν στην Πάτρα, πως ήθελε να με δει, τα παράτησα όλα, μπήκα στο ΚΤΕΛ και πήγα. Υπέροχη διαδρομή, Ναύπακτος, Γαλαξείδι, Αντίρριο, Ρίο και έφτασα. Με δάκρυα μου ομολόγησε πως ήταν απόφαση της Κυρίας Λιλίκας, της μητρός, η οποία δεν έβλεπε μέλλον στην κόρη της μαζί μου. Την πίεσε και την έπεισε, τότε ήταν 19 και εγώ 18, να με χωρίσει. Ηγεμονική μορφή η Κυρία Λιλίκα. Κοντή, χοντρή, με στενά χείλη, μονίμως ξυνισμένη, όπως θάπρεπε να είναι οι μανάδες όλων των φιλενάδων μας. Περάσαμε μερικές υπέροχες μέρες, μαγειρεύαμε, κάναμε έρωτα, πήγαμε στην Ζάκυνθο. Μαγικό νησί, τότε, μαγικοί άνθρωποι. Κάπνιζα πίσω στο δελφίνι, είχα μακρυα σγουρά μαλλιά που ανέμιζαν, ήμουν ανέμελος, είχα ξαναβρεί την αγάπη μου. Κράτησε μερικούς μήνες η ιστορία μας ακόμη. Τελικά, το ρήγμα που άνοιξε η Κυρία Λιλίκα ήταν πολύ μεγάλο για να κλείσει. Χωρίσαμε χωρίς δάκρυα, είχαν στερέψει, τα βράδυα που περίμενα κάτω από το παράθυρο της.

Η Σοφία ήταν ένα πρωτόγνωρο, αλλά μάλλον ασήμαντο κομμάτι στο πάζλ της ψυχής μου. Μάθαμε πολλά μαζί, αλλά δεν φανταζόμουν ποτέ πως θα υπήρχε μεγαλύτερος πόνος. Τότε δεν μπορούσα καν να το φανταστώ. Τώρα ξέρω πώς κάθε φορά θα είναι και χειρότερα..

Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Πρώτα από όλα γιατί με ανακουφίζει. Το κείμενο ήταν ημιτελές, το συμπλήρωσα και το δημοσίευσα. Πάντα όταν αισθάνομαι ότι χάνω τη γή κάτω από τα πόδια μου, σαν τον Ανταίο, γονατίζω και προσπαθώ να αγγίξω τις ρίζες μου. Αυτή την τρυφερή ύλη, τα δάκρυα που χύθηκαν, τον πόνο που πότισε το χώμα, τα “γιατί” μου, που είναι διάσπαρτα γύρω μου. Θέλω να ξέρω, θέλω να νοιώθω, θέλω να μυρίζω, αλλά αυτές οι στιγμές είναι καθαρά προσωπικές. Όπως λέει και ένας φίλος, σαν να περνάει η ζωή όλη, σαν ταινία από μπροστά μου.
Για να πάρω δύναμη να συνεχίσω, είτε “έναν έρωτα που δεν πρόλαβα να χαρώ” είτε έναν ακόμη έρωτα που καραδοκεί στη γωνία. Μέχρι πότε θα καραδοκεί; Κανείς δεν ξέρει, ούτε εγώ.. Κάθε φορά αισθανομαι πως είναι ο τελευταίος..
Όπως στην αρχή μιάς ιστορίας θα έλεγε κάποιος “στα είπα όλα, φίλα με τώρα”, έτσι στο τέλος αρκεί το “στα είπα όλα”. Και μετά σιωπή… Εξάλλου, οι πολιτισμένοι άνθρωποι, παίρνουν πολιτισμένες αποφάσεις..


Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια
και με τους φίλους τους παλιούς
τριγυρνάμε στα σκοτάδια
κι όμως εσύ δε μας ακούς

Δε μας ακούς που τραγουδάμε
με φωνές ηλεκτρικές
μες στις υπόγειες στοές
ώσπου οι τροχιές μας συναντάνε
τις βασικές σου τις αρχές

Ο πατέρας μου ο Μπάτης (Απρόσιτη μητέρα μορφή από χώμα και ουρανό)
ήρθε απ’ τη Σμύρνη το ’22 (θα χαθώ απ’τα μάτια σου τα δυο)
κι έζησε πενήντα χρόνια (μες στον κόσμο)
σ’ ένα κατώι μυστικό (σαν πρόσφυγας σ’ένα κατώι μυστικό)

Σ’ αυτόν τον τόπο όσοι αγαπούνε (αν αγαπούνε)
τρώνε βρώμικο ψωμί (τρώνε βρώμικο ψωμί)
(του λόγου σου οι πιστοί)
κι οι πόθοι τούς ακολουθούνε (κι οι πόθοι τούς ακολουθούνε υπόγεια διαδρομή)
υπόγεια διαδρομή

Χθες το βράδυ είδα ένα φίλο
σαν ξωτικό να τριγυρνά
πάνω στη μοτοσικλέτα
και πίσω τρέχανε σκυλιά

Σήκω ψυχή μου δώσε ρεύμα
βάλε στα ρούχα σου φωτιά (σαν τον Μάρκο)
βάλε στα όργανα φωτιά (βάλε στα όργανα φωτιά)
να τιναχτεί σαν μαύρο πνεύμα (να κλείσει η λαβωματιά nα τιναχτεί σαν μαυρο πνευμα)
η τρομερή μας η λαλιά (η τρομερή μας η λαλιά)

(Μες στις παρενθέσεις είναι τα λόγια του Σαββόπουλου)



14 Comments

  1. Πριζα

    Νομιζω οτι η καταλληλότερη στιγμη για να διαβασω αυτο το απιστευτα ωραιo και αληθινό κειμενο ειναι μονο τωρα που ζω τον πρωτο ερωτα….. It feels good (but it hurts some times)

    Reply
  2. Μαρία

    Εντελώς συμπτωματικά σήμερα ανακάλυψα τυχαία ένα παλιό γράμμα ( του 2003 ) που είχα γράψει για κάποιον που είχαμε χωρίσει τότε και πόνεσα πολύ…αλλά τελικά δεν του το έστειλα ποτέ. Μάλλον το είχα κρύψει πολύ καλά τότε για αυτό και δεν το κατέστρεψα ποτέ. Πήγαινα κάθε βράδυ κάτω απο το σπίτι του τότε περιμένοντας να τον δώ και να του πω αυτά που δεν του είχα πει ποτέ…μάταια όμως…
    Διαβάζοντάς το σήμερα ξανά οι αναμνήσεις πέρασαν σαν αστραπή απο το μυαλό μου….όλες οι στιγμές…και ο αβάσταχτος πόνος τότε που νόμιζα οτι δεν θα υπάρξει χειρότερος….πόσο λάθος είχα κάνει τότε….
    Πάντα θα υπάρχει ο πόνος και πάντα θα είναι διαφορετικός…και όλο και χειρότερος…μεγαλώνουμε εξάλλου και νιώθουμε και πονάμε με διαφορετικό τρόπο…
    Στο μυαλό μου τώρα γυρνάει συνεχώς ένα τραγούδι του Αγγελάκα, ο χαμένος τα παίρνει όλα…..
    Τι όμως παίρνει τελικά? Έχει μείνει τίποτα μετά απο τον πόνο?
    Έπαψα να αναρωτιέμαι πιά…δεν ξέρω αν έχει σημασία….

    Reply
  3. Πριζα

    Mαρακι…Θα μας κανεις την χαρη να το διαβασουμε και εμεις??? ΕΕΕΕ????

    Reply
  4. Christina Voulgari

    Είναι πόνος, κάπως σαν να σχίζεται ύφασμα και μάλιστα πυκνοραμμένο. Δεν είναι λεπτοφτιαγμένο τούλι. Είναι ύφασμα χοντρό και σκούρο. Έτσι σχίζονται τα σωθικά. Και πάντα, μα πάντα, πριν ακόμα το μάθουμε, κάθε φορά είναι και πιο αργόσυρτο το σκίσιμο.
    Υπέροχο μοίρασμα Γιώργο. Κάπου εκεί μέσα, στις λέξεις και τα συναισθήματά σου, έχουμε υπάρξει κι άλλοι. Ένα δάκρυ παίρνει το δρόμο του στο μάγουλο και λέω: “…πως κάτι μου θυμίζουν αυτά που διαβάζω”…και το ξαναζώ, στη δικιά μου εκδοχή.
    Ευχαριστούμε.

    Reply
  5. Ιορδάνης

    Αν και μικρός σε ηλικία, βιώνω ακριβώς την ίδια ιστορία. Εντελώς τυχαία γνώρισα μια κοπέλα ενα χρόνο μεγαλύτερη και είμαστε μαζί εδώ και καιρό. Μέσα από αυτήν τη σχέση εχω μάθει τόσα πολλά, που πολλές φορές απορώ τι θα συμβεί αν χωρίσουμε.

    Εχουμε συζητήσει για την τροπη που θα παρει η σχεση μας το καλοκαίρι που έρχεται, κι αυτό γιατί αυτός που θα φύγει θα είμαι μάλλον εγώ.
    Οσο σκέφτομαι οτι δε θα ειμαστε μαζι, μου φαίνεται παρανοϊκο και προσπαθώ να βάλω τον εαυτό μου σε στη θέση που θα βρίσκομαι εκεινη τη στιγμή…

    Ειμαι πολυ τυχερος που “επεσα” πανω σ’ αυτό το αρθρο, γιατι νόμιζα οτι οι προβληματισμοί που έχω ήταν μοναδικοί, αφού δε γνωρίζω άλλον ανθρωπο που να βρισκεται σε αυτήν την κατάσταση..

    Το τραγούδι που έρχεται στο μυαλό μου ειναι το Μινορε της Αυγης. Οι στιχοι πραγματικα εκφραζουν το τι θα λεγε η ψυχη μου αν ειχε λαλια…

    Ξύπνα, Μικρό Μου Κι Άκουσε,
    Άκου Μινόρε Της Αυγής,
    Για Σένανε Είναι Γραμμένο,
    Από το Κλάμα, Κάποιας Ψυχής.

    Το Παραθύρι Σου Άνοιξε,
    Ρίξε Μου Μια Γλυκιά Ματιά,
    Κι Ας Σβήσω Πια, Τότε Μικρό Μου,
    Μπροστά Στο Σπίτι Σου, Σε Μια Γωνιά.

    Ισως να χαρακτηριστω απαισιοδοξος, αλλα το να ξερεις τι μελλει γενεσθαι και πως θα αντιδρασεις τοτε, νομιζω πως δειχνει απλα οτι γνωριζω τον εαυτο μου και τα συναισθηματα που εχω γι αυτον τον ανθρωπο..

    Reply
  6. Electric

    Πόσος πόνος κρυμμένος βρίσκεται κάτω από τις λέξεις μας… Κι από αυτές που δεν είπαμε, κι από αυτές που δεν γράψαμε…
    Γιατί ο πόνος δεν περιγράφεται ούτε με χιλιάδες λέξεις, ούτε καν με χιλιάδες δάκρυα.
    Όλα είναι λίγα μπροστά στην ψυχή που γίνεται κομμάτια από τον έρωτα που χάνει… 🙁

    Reply
  7. Vovin

    Εκεί στη Σοφούλη, στο ναυτικό όμιλο, βίωσα κι εγώ τον πρώτο χωρισμό της ζωής μου…

    Reply
  8. Ioanna

    Τι ωραίο είναι αυτό που έγραψες…. Νιώθω μια γλυκιά θλίψη…. Γιατί και γω έχω κάπου γράμματα που ήθελα να δώσω και δεν τα έδωσα ποτέ… Και αυτός ο πόνος είναι πάντα πολύ δυνατός, όσες φορές και να τον νιώσεις, και πάντα διαφορετικός, όπως διαφορετικό είναι και αυτό που έχεις με κάθε άνθρωπο….
    Αλλά όταν περνάει ο καιρός και περνάει κι ο πόνος, εγώ νιώθω πως ήμουν υπερβολική τη στιγμή που πονούσα… Γιατί αυτά που είναι αληθινά κρατάνε για πάντα, έτσι δεν είναι? Αν μπορείς και συνεχίζεις τη ζωή σου κανονικά, σημαίνει ότι δεν ήσουν ερωτευμένος, ή έστω βαθιά… Σωστά?

    Reply
  9. Hristina

    Πόσο υπέροχα θλιμμένο… Ακόμη και στην αρχή ενός φλέρτ λες “δεν θα αφεθώ πολύ, θα κρατήσω κάτι, μην τσακιστώ μετά”, αλλά μάταια. Κάθε μα κάθε φορά το ίδιο. Και ο ενθουσιασμός αλλά και η πτώση ανάλογη… Δεν μαθαίνει ο άνρωπος τελικά, κι είναι τόσο ωραίο αυτό! Thanks for sharing this…

    Reply
  10. Ένας "φίλος"

    Μπράβο ρε Γιώργο που τολμάς και «εκτίθεσαι» έτσι!
    Ευτυχώς κιόλας που ανεβάζεις αυτά τα κείμενα, βοηθάνε στην ερμηνεία των «παράξενων» συμπεριφορών σου.
    Μη χαλαρώνεις όμως, δεν παίρνεις έτσι εύκολα άφεση αμαρτιών.
    Κι ας μοιάζει να μη σε νοιάζει…

    Reply
  11. Είμαι ένα γέλιο κρεμασμένο στο μπαλκόνι σου

    Μ’ αρέσει έτσι που αφήνεσαι και -εντός εισαγωγικών- ξεγυμνώνεσαι. Είναι ωραίο να απλώνεις την ψυχή σου στ’ ουρανού το γαλάζιο…

    Reply
  12. ακόμα ένα δάκρυ

    μούδιασμα… να μουδιάζουν τα χείλια, τ’ άκρα και τελικά το μυαλό… Να θες να ουρλιάξεις μήπως και καταλάβει… Τί χάνουμε και οι δύο από φόβο.
    Και μετά δάκρυα από το πουθενά, εκεί που έλεγες πως στέρεψες, πως δεν θα ξανακλάψεις!

    Εύχομαι να βρεις τη δύναμη να συνεχίσεις, Γιώργο. Και σίγουρα να μην είναι ο τελευταίος σου έρωτας.
    Για μένα δε θα ευχηθώ το ίδιο. Γιατί απλά, κουράστηκα…
    Ευχαριστώ, (που εκτέθηκα) 🙂

    Reply
  13. μπόμ

    πραγματικα ενα κειμενο γεματο ψυχη..
    ειλικρινες κι αυθορμητο
    νομιζω οτι σε ολους μας ξυπνα κατι που ζησαμε, που ζουμε ή που θα θελαμε να εχουμε ζησει..
    για αλλη μια φορα συγχαρητηρια κυριε Μιχαλοπουλε!

    Reply
  14. Ελένη

    Έρωτας πράξη αυτοκτονίας.
    Αυτοκτονία προσωπική και ψυχολογική.
    Το άλλο μισό αντανάκλαση του δικού σου μισού σε καθρέφτη.
    Αντανάκλαση της οποίας τις κινήσεις δεν ελέγχεις.
    Και της βάζεις στο μοναδικό της χέρι όπλο που μπορεί να σε σκοτώσει.
    Τραβά ξαφνικά το όπλο και σε εξαφανίζει σε ένα μαύρο σύννεφο πόνου.
    Έρωτας κατάσταση δυνητικής αυτοκτονίας.
    Αυτοκτονία πράξη επιλογής.

    Reply

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *