για τον Βασίλη…

‘Ηταν 19 Ιουνιου. Ήμουν στην Αθήνα για δουλειά, στο μεσημεριανό διάλειμμα πήρα τηλέφωνο τον Βασίλη για χρόνια πολλά. Δεν το απάντησε. Σκέφτηκα να τον πάρω μετά τις 5-6 που θα είχε ξεμπλέξει και αυτός. Πράγματι, ξαναδοκίμασα κατά τις 7 το απόγευμα από το ξενοδοχείο. Πάλι δεν το απάντησε.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 που γνωριστήκαμε και ανακαλύψαμε πως έχουμε την ίδια μέρα γενέθλια, τηλεφωνιόμασταν τη μέρα αυτή. Ανταλάσσαμε κομπλιμέντα, όπως “γέρο”, “παππού”, “ξεμωραμένε”, κλπ.

Ο Βασίλης ήταν μιά αξία. Ο υπερ-τυπικός άνθρωπος με μιά έμφυτη καλωσύνη. Δεν ξεχνούσε ποτέ τίποτε. Είχε τα εξελάκια του, με τα γενέθλια των φίλων του και των παιδιών τους, σημείωνε τα πάντα και πάντα έπαιρνε τηλέφωνο για ευχές. Ήταν πάντα πιστός στις αξίες του και στις φιλίες του. Υπήρχαν φίλοι που τον πλήγωσαν, αλλά δεν κάκιωνε. Ίσως λίγο, αλλά πάντα έδειχνε μεγαλοψυχία. Μιά φορά του είχα πει, πως ήταν σαν το Γιβραλτάρ στη ζωή μου. Βράχος. Του είχα πει πως θα χάσω την εμπιστοσύνη μου στον “άνθρωπο”, εάν με προδώσουν δύο άνθρωποι. Αυτός και ο μεσαίος μου αδελφός, ο Κώστας.

Θυμάμαι μιά φορά, ήμουν στο γραφείο του, στην Φόρθνετ και μου τηλεφώνησε η σύζυγος μου, ήθελε να πάμε τον Οδυσσέα στον γιατρό, είχε ανεβάσει πυρετό και έκλεισε ραντεβού στις 5 το απόγευμα. Εγω ήμουν με τη μηχανή, έβρεχε και είχα το αυτοκίνητο στο συνεργείο, ο Βασίλης προσφέρθηκε πρόθυμα να πάμε να τους πάρουμε, να πάμε στο γιατρό, να περιμένει να τελειώσουμε και να μας γυρίσει σπίτι. Όλα αυτά με το κίτρινο τσινκουετσέντο, που χωρούσαμε-δεν χωρούσαμε μέσα 3 ενήλικες και ένα μωρό.

Στις 20 του μηνός του 2006 τον ξαναπήρα τηλέφωνο, επίσης δεν το σήκωσε. Υπέθεσα πως θα είναι κάπου στο εξωτερικό και δεν ήθελε να χρεωθεί το roaming. Ξαναδοκίμασα μετά από λίγες μέρες, επίσης δεν απάντησε και αποφάσισα να πάρω στο γραφείο του. Εκεί μου είπαν πως λείπει με άδεια, ζήτησα έναν κοινό φίλο που δούλευε εκεί και μου είπε τα καθέκαστα. Ο Βασίλης έλειπε με αναρρωτική, έκανε εξετάσεις, “μάλλον είχε καρκίνο”. Κεραυνοβολήθηκα, προσπάθησα να μάθω από κοινούς γνωστούς τι συνέβαινε και κάποια στιγμή μίλησα στο τηλέφωνο με την Λένα, την γυναίκα του.

Ο Βασίλης ήταν δευτεροπαντρεμένος. Δεν είχε παιδιά, αν και με την Λένα το προσπαθούσε έντονα. Είχα πάει στον πρώτο γάμο του, σε λίγους μήνες είχε χωρίσει. Όταν τον ρώτησα γιατί χώρισε τότε, μου απάντησε πως δεν ταίριαζε με την σύζυγο του. Τον είχα ρωτήσει πως ένας άνθρωπος που υπολογίζει τα πάντα και πάντα παίρνει σωστές αποφάσεις, έκανε λάθος και μου απάντησε πως τυφλώθηκε από τον έρωτα. Παρόλα αυτά, τούφαγε πολύ λίγους μήνες να καταλάβει πως δεν ειχε βρει τον σωστό άνθρωπο.

Στη Λένα είχε βρει ένα ωραίο ταίρι. Η σχέση τους είχε περάσει πολλά, ο ένας στην Θεσσαλονίκη, η άλλη στην Κεφαλλονιά, παρασκευή μεσημέρι να ξεκινάει με το αυτοκίνητο να προλάβει το τελευταίο φέρρυ από Πάτρα για να δει την καλή του. Την αγαπούσε και την σεβόταν. Είχε αράξει και μάλιστα με είχε πάρει περιχαρής να μου πει πως η Λένα ήταν έγγυος. Αγαπούσε πολύ τα παιδιά, τον θυμάμαι με τα δικά μου στην αγγαλιά, καλοκάγαθος και γελαστός, να τα κανακεύει σαν να ήταν δικά του.

Μιλώντας με την Λένα, μου είπε πως από την άνοιξη ειχε πονοκεφάλους, είχε μπει να κάνει μαγνητική στις 18 Ιουνίου και στις 20 πήραν τα αποτελέσματα. Καρκίνος στον εγκέφαλο, σαν μικρό λεμόνι. Μεταστατικός, μη εγχειρίσιμος, κατάσταση μη αναστρέψιμη.

Η κηδεία έγινε μέσα Αυγούστου, σε ένα χωριουδάκι έξω απο τη Θεσσαλονίκη, στο Μεσημέρι, ένα ζεστό απόγευμα. Ειμασταν σχεδόν όλοι εκεί. Η παρέα των “κομπιουτεράδων” του “Φίντο” και όλοι οι φίλοι του. Μερικοί ήρθαν από Αθήνα μέσα στο κατακαλόκαιρο. Καθήσαμε μετά την κηδεία σε έναν καφενέ στο χωριό και πλακωθήκαμε στις μπύρες, στη μνήμη του, ενθυμούμενοι φάσεις και σκηνικά, με τον Βασίλη ανάμεσα μας.

Αρχές Οκτώβρη του 2006, γεννήθηκε η κόρη του.
Την είδε μόνον στον ηπέρηχο.
Αυτή τον βλέπει μόνον σε φωτογραφίες.

1 Comment

  1. Memnon Emmanuel

    Να είσαι καλά Γιώργο που θυμήθηκες τον φίλο μας.

    Reply

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *