Μένδικαλ – Μέρος 3ο – Το Σκηνικό

Καλοκαίρι του 2018.. Έχω σταματήσει από μια δουλειά, η οποία ήταν μεν ενδιαφέρουσα, αλλά ο εργοδότης ήταν η επιτομή του ηλίθιου. Είχα φτάσει σε ένα σημείο να χάσω την εμπιστοσύνη μου στην εργοδοσία, πέραν του ότι λόγω ανεργίας ήμουν στα δύσκολα. Συν τοις άλλοις, τρέχανε διάφορα έξοδα, δικαστήρια, κλπ.. Νοίκια καθυστερούμενα, αέρια και ρεύματα απλήρωτα, μεγάλο άγχος. Από τα πράγματα του μαγαζιού, είχε πουληθεί μόνον το πλυντήριο πιάτων, σε έναν φιλο του αδελφού μου, ο οποίος όμως καθυστερούσε να το αποπληρώσει.

Η σπιτονοικοκυρά και φίλη μου, ερχόταν αρχές Αυγούστου στην Ελλάδα για διακοπές, ήθελα να συμμαζέψω το αυτοκίνητο για να της το δώσω να κινείται, να το ασφαλίσω και να έχω και κάτι τις να της δώσω από τα χρωστούμενα.. Τα εξτραδάκια με τις φωτογραφίες δεν πηγαίναν καλα, γιατί ειχα δώσει βάρος στην κανονική δουλειά (που αποδείχτηκε μούφα) και τα είχα παραμελήσει. Αρχές Ιουλίου, σκάει μια ωραία δουλίτσα, νάναι καλά ο Θέμης, ευκαιρία να μαζέψω κανένα φράγκο.. Έτσι τελειώνει ο Ιούλιος.. Ταυτόχρονα δουλεύω με πολύ άγχος, για να προλάβω τα dead lines της δουλίτσας, καθαρίζω το σπίτι, και κυνηγάω οποιον μου χρωστάει..

Κάπως έτσι ξημερώνει η Κυριακή 28 Ιουλίου. Σηκώνομαι κατά τις 10, κάνω καφέ, στρώνομαι στη δουλειά και κατά τις 12, σηκώνομαι να κάνω λίγη καθαριοτητα σαν τον Φρέντυ Μέρκιουρυ στο I want to break free. Έχω καθαρισει τα πάντα, μένουν τα σφουγγαρίσματα.. Κουζίνα.. η κόπρος του Αυγείου.. Δύο χέρια σφουγγάρισμα, νοιώθω έναν πόνο ψηλά αριστερά κάτω απο τον ώμο, στην κλείδα.. Σαν να είναι πιασμένο το χέρι.. Στραβοκοιμήθηκα, ή κουράστηκα, σκέφτομαι.. αφήνω τους κουβάδες, την πέφτω στον καναπέ για καμμιά ώρα..

Ξυπνάω, συνεχίζω τα σφουγγαρίσματα, με ξαναπιάνει ο πόνος, κάθομαι στον υπολογιστή.. Μόλις ηρεμώ, φεύγει.. Που στην ευχή πιάστηκα, εγώ δεν πιάνομαι ποτέ.. Μέχρι το βραδάκι με έχει πιάσει άλλες 2-3 φορές, σύνολο πέντε.. Κατά τις 22:00, κατεβαίνω να δώσω κάτι σε εναν φίλο, στο καφέ που εχει κατω απο το σπίτι μου. Με ξαναπιάνει.. μια σακκούλα και κάτι σκουπίδια κρατουσα.. Τα λέμε, του λεω που πονάω, μου λέει και αυτος, κανενα ρεύμα θα είναι, κάποια στιγμή έρχεται ο Γρηγόρης με την Αθηνούλα, από τη Βέροια, μου έχουν φερει ροδάκινα. Καθόμαστε ολοι μαζι, μόλις βλέπω την Αθηνούλα που ειναι νοσηλεύτρια, τρώω φλασιά.. -Μαλάκα, δεν ειναι μυϊκό.. Στηθάγχη ειναι.. Ανεβαίνω στο σπίτι και γράφω στον Βασίλη, το γιατρό μου, στο βάιμπερ: -Θέλω να σου μιλήσω, μπορείς; Ο Βασίλης μολις εχει γυρίσει απο διακοπές..

Λες και κάτι κατάλαβε, με παίρνει.. του εξηγώ, που πονάω, πότε πονάω, το συνδυάζει αυτόματα με την σωματική κούραση, και μου λέει, -Πάμε Παπαγεωργίου, τώρα.. Τον ρωτάω τι μπορει να είναι, μου λέει δεν ξέρω, αλλά πρεπει να παμε να το δούνε. -Πάρε και κανένα ρούχο μαζί, μπορει να σε κρατήσουν, λέει.. Οκ, του λέω, αλλά να κάνω ένα ντουζάκι, να ετοιμαστώ και πάμε. -Άσε τα ντουζάκια και πάμε απευθείας, λέει. Εκει του θυμίζω πως οι μανάδες, μας λέγανε, για καθαρά βρακια και νοσοκομεία, επιχείρημα που δεν μπορει να αντικρούσει και λέει: -Οκ, περιμένω τηλέφωνο.

Μπαίνω να κάνω ένα ντουζάκι, συνήθως κάθομαι σε ενα πλαστικο σκαμπό, μεσα στην μπανιέρα, γιατι το ταβάνι είναι χαμηλό και βρίσκει η κεφάλα μου, οπότε δεν τέθηκε θέμα κούρασης. Βγαίνοντας, κάθομαι στο κρεβάτι και νοιώθω έναν πόνο αφόρητο στο στηθος ψηλά. Δεν μπορώ να πάρω ανάσα, το μόνο που σκέφτομαι είναι, σαλοσπίρ δεν έχω, ας πάρω μια ασπιρίνη. Βρίσκω μια, από τις πράσινες του παλιού καιρού, την κατεβάζω και πέφτω ανάσκελος, με τα μπουρνουζια και τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος.

Προσπαθώ να ηρεμήσω, η αναπνοή ειναι δύσκολη, ο πόνος στο στήθος αφόρητος και οι σκέψεις τρέχουν..
-Πέθανες μάλάκα, πάει. Πάπαλα, καπουτ, φινίτο. Ετσι είναι, που αναρωτιόσουνα. Σκατά, ούτε μαύροι διάδρομοι, ούτε βαθειες φωνές, ούτε τίποτε. Μαλακία θάνατος.. Σκέφτομαι τις ταινίες με τον Αγιο Πέτρο. Δεν μας γαμάς ρε Πέτρο και εσύ; Πόσα κορόιδα πέθαναν σαν κι εμένα, περιμένοντας παραδείσους; Τι καλά, που δεν πήρα το ρίσκο να περιμένω μια ζωή για να πάω στον παράδεισο..

-Πέθανες μαλάκα, πάει. Και ο Βασίλης, που ξέρει, θα πρέπει να δώσει 120€ σε κλειδαρά να του παραβιάσει την πόρτα και να με βρει πεθαμένο.. Έπρεπε να έχω δώσει κλειδιά στην Ειρηάννα, εδω και καιρό. Πέθανες μαλάκα και οι σχέσεις σου με τα παιδιά σου είναι σκατά, 5 φιλους όλο και ολο εχεις, που όλο και κάτι περισσότερο θα μπορούσες να κάνεις για αυτούς, τα γραπτά σου ειναι κλειδωμένα, ούτε αυτά θα βρει κάποιος να δει τι σκεφτόσουνα τόσα χρονια. Τόσες εκκρεμότητες και ποιός θα τα βολέψει; Ο αδελφός σου ειναι στην κοσμάρα του, με την πρώην σύζυγο δεν μιλιέστε, δεν εχεις αφήσει σημειώσεις για το τι θα γίνει. Εχεις γράψει χίλια μάνιουαλ, μαλακα μου, της ζωής σου το μάνιουαλ δεν το έγραψες..

Αρχίζω και ζαλίζομαι.. ίσως και να κοιμήθηκα λιγο.. Όλη μου η ζωή περνάει απο τα μάτια μου. Μούρχεται γέλιο, σκέφτομαι, που λέω στον Στάθη, οτι θέλω να τον ρωτησω πολλά πράγματα εδώ και χρόνια, αλλά θα το κάνω όταν θα καθόμαστε σε μια ξύλινη προκυμαία, σε μια λίμνη, όταν θα πεθάνουμε.. Πέθανες μαλάκα και ο άλλος είναι ικανός να ζήσει 100 χρόνια και να τον περιμένεις στην προκυμαία.. Σκέφτομαι ανθρώπους που να αδίκησα κατάφωρα, δεν μούρχεται κανείς στο νού, τουλάχιστον δεν ήμουν _εντελώς_ μαλάκας.. Σκέφτομαι ανθρώπους που δεν έδειξα την πρέπουσα προσοχή, εδω η λίστα ειναι μεγαλύτερη, περνάνε με ασύλληπτη ταχύτητα απο μπροστά μου, ένας, ένας, με background καποιο σκηνικό που έχουμε ζήσει.. Με πιάνει ένα παράπονο.. Υπάρχουν άνθρωποι που αγαπώ και δεν τους τόχω δείξει όπως πρέπει..

-Πέθανες μαλάκα.. Πονάω ακόμα.. Σκέφτομαι τις γυναίκες.. Ελάχιστες δεν ένοιωσαν το πόσο τις αγάπησα, αυτές που δεν εχω επαφή. Με όλες είχαμε κάτι ξεχωριστό και όταν οι έρωτες πέρασαν, έμεινε η εκτίμηση. Αυτές που αγάπησα όμως περισσοτερο, είναι αυτές που με πλήγωσαν περισσότερο. Καριόλες.. Και τί σήμασία έχει, τώρα; Πέθανες μαλάκα.. Σε έναν χρόνο, μόνον σε καμμια ρετσίνα θα σε θυμούνται.. Σκέφτομαι το πόσο άδικος ήμουν στο χρόνο μου με ανθρώπους που συμπαθώ και αγαπώ. Εχω περάσει μέρες και μέρες με ηλιθίους και έχω παραμελήσει άλλους.. Δυστυχώς δεν γυρνάει αυτό πίσω.. Πέθανες μαλάκα…

Πρέπει να κοιμήθηκα και λιγάκι.. Συνέρχομαι, ο πόνος έχει φύγει, κατεβαζω το ενα πόδι απο το κρεβάτι, κατεβαζω το άλλο, σηκώνομαι. Μέχρι εδω καλά. Βρίσκω ενα μικρό σάκκο, 2 βρακια, 3 μπλουζες, το τάμπλετ, φορτιστές, ένα βιβλίο, γελάω, αν ψοφήσεις μαλάκα, τι θα το κανεις το βιβλίο; Κατεβαίνω, μπαίνω στο αυτοκίνητο, παίρνω τον Βασίλη, του λεω έρχομαι. Περιμενοντας τον, στέλνω μνμ στον Λευτέρη: -Αν γίνει οτιδήποτε, γράψε το μηχανάκι στον Τσάπα. -Τι έγινε; μου απαντάει, -Αν ολα πανε καλα, θα σου πω αυριο. Το μηχανάκι το έχω αμεταβίβαστο εδω και χρόνια.. Τα φτιάχνω όλα στο μυαλό μου. Μήνυμα και στον Θοδωρή. Ο Θοδωρής θα επιληφθει τα κομπιούτερ μου, οι τσόντες πρεπει να πάνε στον Δόγκανο, τις εχω υποσχεθεί 🙂

Κατεβαίνει ο Βασίλης, πηγαίνουμε Παπαγεωργίου. Δίνω το όνομα μου, εχει εκατονταδες κοσμο να περιμένει, σε 15′ μας εχουν φωνάξει, καρδιογράφημα, κατευθείαν εντατική. Με βάζουν σε φορείο, με τον απινιδωτή ανάμεσα στα σκέλια. Τόσο βλάκας, που τραβάω βίντεο.. Με καλωδιώνουν. Με παρατηρούν κανα μισάωρο, για αρρυθμίες, κλπ, και έρχεται ο καρδιολόγος, μου λέει υπόγραψε εδώ, σε πάμε στεφανιογράφο, θα μπουμε μεσα σου, αν βρουμε κάτι, θα προσπαθήσουμε να το διορθώσουμε.

Στέλνω σμς στον αδελφό μου: -Το κινητο του Βασίλη ειναι 69χχχχχχχχ, πάρτον κατά τις 2:00, είμαι Παπαγεωργίου με έμφραγμα, με βάζουν χειρουργειο. Ο βλάξ τον παίρνει εκείνη τη στιγμή 🙂 Ο Βασίλης ειναι πιο ταραγμένος απο μένα. Εγω έχω την σιγουριά πως καβαντζώθηκα και αν ειναι να πεθάνω, δεν θα καταλάβω τίποτε. Αν όχι, ειμαι στην φωλιά των γιατρών…
Με γδύνουν, με ξυρίζουν στον προσαγωγό και με το φορείο πάμε χειρουργείο…



Leave a Comment

Your email address will not be published.