<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>&#34;Ye Olde&#039;s&#34; blog corner</title>
	<atom:link href="http://michalopoulos.gr/blog/?feed=rss2" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>http://michalopoulos.gr/blog</link>
	<description>George A. Michalopoulos&#039;s experimental blog</description>
	<lastBuildDate>Sun, 06 May 2012 06:01:45 +0000</lastBuildDate>
	<language>en</language>
	<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>http://wordpress.org/?v=3.3.2</generator>
		<item>
		<title>στη Ρήγισσα του Ουρανού μου !</title>
		<link>http://michalopoulos.gr/blog/?p=709</link>
		<comments>http://michalopoulos.gr/blog/?p=709#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 06 May 2012 05:59:29 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Ye-Olde</dc:creator>
				<category><![CDATA[Σκέψεις μου]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://michalopoulos.gr/blog/?p=709</guid>
		<description><![CDATA[Κάθε φορά που εχουμε εκλογές με πιάνει μια κατάθλιψη. Ή μάλλον καλύτερα μια θλίψη. Η αγάπη μου για τη Γυναίκα άρχισε σχεδόν ταυτόχρονα με την αγάπη μου για το Ραδιόφωνο. Ίσως το ένα να ήταν μέσο για να περάσω στη διάσταση του άλλου και τούμπαλιν. Η ουσία είναι πως η Γυναίκα -σαν ιδέα- τέθηκε τόσο [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://michalopoulos.gr/blog/wp-content/uploads/2012/05/Galarina.jpg" rel="lightbox[709]" title="Galarina"><img src="http://michalopoulos.gr/blog/wp-content/uploads/2012/05/Galarina-238x300.jpg" alt="" title="Galarina" width="238" height="300" class="alignleft size-medium wp-image-710" /></a>Κάθε φορά που εχουμε εκλογές με πιάνει μια κατάθλιψη. Ή μάλλον καλύτερα μια θλίψη.<br />
Η αγάπη μου για τη Γυναίκα άρχισε σχεδόν ταυτόχρονα με την αγάπη μου για το Ραδιόφωνο.<br />
Ίσως το ένα να ήταν μέσο για να περάσω στη διάσταση του άλλου και τούμπαλιν.</p>
<p>Η ουσία είναι πως η Γυναίκα -σαν ιδέα- τέθηκε τόσο ψηλά στη ζωή μου, που ακόμα και τώρα στα 50 μου, αγωνιώ και ασφυκτιώ στην ιδέα πως δεν θα την ξανασυναντήσω.<br />
Η Ρήγισσα του Ουρανού μου, πέταξε σαν χαρταετός και με άφησε μόνο και αδύναμο στη γής, όλα της χαλάλι μια ζωή.<br />
Όπως περίμενα την λυχνία μου να ανάψει καλά και να ακουστεί από άκρη σε άκρη, έτσι περίμενα να γνωρίσω την Γυναίκα που θα συμπορευόμασταν.</p>
<p>Ήταν 1981, που πρώτη φορά ψήφισα κόμμα που τότε λεγόταν «εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς». Δυο μέρες πριν είχα προσπαθήσει ο αδαής να βάλω τέρμα στη ζωή μου.<br />
Τότε δεν ήξερα πως όποιος θέλει πραγματικά να αυτοκτονήσει, απλά το κάνει. Μόνη κληρονομιά που είχα να αφήσω ήταν δυό στίχοι: </p>
<p><em>-Να είσαι μόνος και να χαίρεσαι για αυτό,<br />
να ζεις χωρίς να περιμένεις την ανάσταση,<br />
να είσαι μόνος και να χαίρεσαι για αυτό,<br />
να είσαι έτοιμος για κάθε Επανάσταση.</em></p>
<p>Στα χρόνια μου στον Ρήγα, υπήρχαν μυθικές γυναίκες. Πιο πάνω απο την Σιμόν ντε Μπωβουάρ, καλύτερες από την Οριάννα Φαλάτσι, πιο εμπνευστικές απο την Γκαλά. Γνώρισα τέτοιες γυναίκες στη ζωή μου, άλλες με προσπέρασαν, άλλες τις προσπέρασα. Κάθε μιά και μιά απώλεια. Αυτές τις απώλειες μετράω κάθε εκλογές και θλίβομαι.</p>
<p>Ένα απλό, σύντομο κείμενο, χαρισμένο στην γνωστή-άγνωστη Ρήγισσα του Ουρανού μου, που η απώλεια της είναι δυσβάστακτη, έβαλε τον πήχυ τόσο ψηλά που χάθηκε στα σύννεφα, αφήνοντας μας να σερνόμαστε στη γή.<br />
Κολλάω και τραυλίζω αν είναι να στο πω&#8230;<br />
<center><br />
<object width="480" height="360"><param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/NpDlhEeFWPQ?version=3&amp;hl=en_US"></param><param name="allowFullScreen" value="true"></param><param name="allowscriptaccess" value="always"></param><embed src="http://www.youtube.com/v/NpDlhEeFWPQ?version=3&amp;hl=en_US" type="application/x-shockwave-flash" width="480" height="360" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true"></embed></object><br />
</center></p>
<p>αφιερωμένο εξαιρετικά στην Προδοσία που με κυνηγά, σε ένα χάμμοντ που ακούγεται στο βάθος&#8230;</p>
<img src="http://michalopoulos.gr/blog/?ak_action=api_record_view&id=709&type=feed" alt="" />]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://michalopoulos.gr/blog/?feed=rss2&#038;p=709</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Ρε μάνα, μπας και είμαι ανάρχας και δεν το ξέρω;</title>
		<link>http://michalopoulos.gr/blog/?p=706</link>
		<comments>http://michalopoulos.gr/blog/?p=706#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 27 Apr 2012 07:13:08 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Ye-Olde</dc:creator>
				<category><![CDATA[Σκέψεις μου]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://michalopoulos.gr/blog/?p=706</guid>
		<description><![CDATA[Εκλογές έχουμε σε μια βδομάδα, δεκάδες τα κόμματα που διεκδικούν την ψήφο μας, μεγάλη η απαξίωση των ψηφοφόρων προς τον πολιτικό κόσμο, αναβρασμός, θυμός, οι πιό περίεργες εκλογές που έχω ζήσει από το &#8217;77 που κατάλαβα τι σημαίνει «εκλογική διαδικασία». Αφορμή για το κείμενο αυτό, ένας φίλος, παραδοσιακά δεξιούλης, που τα τελευταία χρόνια δεν ψηφίζει, [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://michalopoulos.gr/blog/wp-content/uploads/2012/04/eimai_anarxikos_kai_den_to_jerw.png" rel="lightbox[706]" title="eimai_anarxikos_kai_den_to_jerw"><img src="http://michalopoulos.gr/blog/wp-content/uploads/2012/04/eimai_anarxikos_kai_den_to_jerw-300x231.png" alt="" title="eimai_anarxikos_kai_den_to_jerw" width="300" height="231" class="alignleft size-medium wp-image-707" /></a>Εκλογές έχουμε σε μια βδομάδα, δεκάδες τα κόμματα που διεκδικούν την ψήφο μας, μεγάλη η απαξίωση των ψηφοφόρων προς τον πολιτικό κόσμο, αναβρασμός, θυμός, οι πιό περίεργες εκλογές που έχω ζήσει από το &#8217;77 που κατάλαβα τι σημαίνει «εκλογική διαδικασία».</p>
<p>Αφορμή για το κείμενο αυτό, ένας φίλος, παραδοσιακά δεξιούλης, που τα τελευταία χρόνια δεν ψηφίζει, απαξιώνει και αυτός με τον τρόπο του το πολιτικό σύστημα, προχτες αναδημοσιεύει μια φωτο που γράφει σε ένα graffity «Without money we&#8217;d all be rich»..</p>
<p>Χωρίς να το θέλει και χωρίς να το ξέρει βέβαια, δήλωσε μια ταυτότητα αναρχοκομμουνιστική, μια και σε αντίθεση με το κολεκτιβιστικό σύστημα που προτάσσει ο αναρχοκολεκτιβιστής Μιχαήλ Μπακούνιν οι αναρχοκομμουνιστές, δεν πιστεύουν σε ένα αμετάβλητο και στατικό οικονομικό σύστημα. Έτσι απορρίπτουν τον μηχανισμό της αγοράς, το χρήμα και κάθε είδους εξαγορά της εργατικής δύναμης ή μισθολογικό σύστημα. Ο Πιοτρ Κροπότκιν χαρακτηριστικά αναφέρει:</p>
<p>«Κατά τη γνώμη μας οι κολεκτιβιστές (Μπακούνιν) υποπίπτουν σε ένα διπλό σφάλμα στα σχέδιά τους για την αναδόμηση της κοινωνίας. Ενώ κάνουν λόγο για την κατάργηση του καπιταλιστικού συστήματος σκοπεύουν απ την άλλη να διατηρήσουν δύο θεσμούς που αποτελούν καθεαυτή τη βάση του συστήματος αυτού και οι οποίοι είναι η Κυβέρνηση Αντιπροσώπων και το Μισθολογικό Σύστημα.» («Η κατάκτηση του ψωμιού», Το μισθολογικό σύστημα του Κολεκτιβισμού).</p>
<p>Αν λοιπόν το πείς αυτό στον φίλο μου -το ότι σκέφτεται σαν αναρχοκομμουνιστής- μπορεί να πάθει και έμφραγμα (είναι και σε κρίσιμη ηλικία)..<br />
Αλλά από την άλλη, μόνον ο αναρχοκομμουνισμός προτείνει την κατάργηση του χρήματος <img src='http://michalopoulos.gr/blog/wp-includes/images/smilies/icon_smile.gif' alt=':)' class='wp-smiley' /> </p>
<p>-Ρε μάνα, μπας και είμαι ανάρχας και δεν το ξέρω;<br />
-Μπά, ότι νάναι είσαι, γιαυτό η χώρα έφτασε εδώ που έφτασε <img src='http://michalopoulos.gr/blog/wp-includes/images/smilies/icon_smile.gif' alt=':)' class='wp-smiley' /> </p>
<img src="http://michalopoulos.gr/blog/?ak_action=api_record_view&id=706&type=feed" alt="" />]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://michalopoulos.gr/blog/?feed=rss2&#038;p=706</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Επιμονή..</title>
		<link>http://michalopoulos.gr/blog/?p=700</link>
		<comments>http://michalopoulos.gr/blog/?p=700#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 19 Apr 2012 20:25:32 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Ye-Olde</dc:creator>
				<category><![CDATA[Σκέψεις τους]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://michalopoulos.gr/blog/?p=700</guid>
		<description><![CDATA[ονομάζω το άρθρο «Επιμονή» από την διασκευή του Μ. Χατζηδάκι στην Φραγκοσυριανή του Μ. Βαμβακάρη. αναδημοσιεύω ένα άρθρο του Γ. Σκαμπαρδώνη σχετικά με τον Μάρκο.. Κάτι που αξίζει να διαβάσει κανείς.. Ο Μάρκος Βαμβακάρης με τα μάτια του Γιώργου Σκαμπαρδώνη ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΤΑ ΝΕΑ» ΣΑΒΒΑΤΟ 26 ΙΟΥΛΙΟΥ 2008 Αρ.Φύλλου:19. O Μάρκος, γέρος, πια, μεγαλοπρεπής, [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p>ονομάζω το άρθρο «Επιμονή» από την διασκευή του Μ. Χατζηδάκι στην Φραγκοσυριανή του Μ. Βαμβακάρη.<br />
αναδημοσιεύω ένα άρθρο του Γ. Σκαμπαρδώνη σχετικά με τον Μάρκο.. Κάτι που αξίζει να διαβάσει κανείς..</p>
<p><em><strong>Ο Μάρκος Βαμβακάρης με τα μάτια του Γιώργου Σκαμπαρδώνη</strong></p>
<p>ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΤΑ ΝΕΑ»<br />
ΣΑΒΒΑΤΟ 26 ΙΟΥΛΙΟΥ 2008<br />
Αρ.Φύλλου:19.</p>
<p><a href="http://michalopoulos.gr/blog/wp-content/uploads/2012/04/markos.png" rel="lightbox[700]" title="markos"><img src="http://michalopoulos.gr/blog/wp-content/uploads/2012/04/markos-295x300.png" alt="" title="markos" width="295" height="300" class="alignleft size-medium wp-image-701" /></a>O Μάρκος, γέρος, πια, μεγαλοπρεπής, πηγμένος από ζωή, κάθονταν στη μέση της ορχήστρας σαν τοτέμ. Ένας βράχος στο πατάρι. Ένα είδος Βούδα του ρεμπέτικου. Το μάτι του ελεγχόμενη, πια, αστραπή. Τα χέρια του χοντρά, χασαπίσια, σαν τσαμπιά μπανάνες- κι όμως ανάλαφρα, περπατούσανε καβουρωτά στους μπερντέδες του μάνικου, βγάζοντας νότες στακάτες, βαριές, χωρίς φλυαρίες και δεξιοτεχνίες και πουστιές.</p>
<p>Τον άκουγα: ο μόνος που δεν τραγουδούσε αναίμακτα. Φωνή, ρόχθος, με γρέζια. Γκαϊλέδες παλιοί, γυναίκες, πουτάνες, τζουριές, δόξες και ταπεινώσεις, μαγκιές κι αξιοπρέπεια κι αλκοόλ.</p>
<p>Όλα αναδύονταν απ΄ τη φωνή του ανάκατα διασχίζοντας δεκαετίες και έρχονταν και διαχέονταν στην αίθουσα την ντουχνιασμένη από καπνούς, σ΄ αυτό το λαϊκό μαγαζί, στο Βαρδάρι. Κι άκουγα που ο κόσμος νταλακδιάζονταν μαζί του, βογγούσε.</p>
<p>Είχε χρόνια να ΄ρθει ο Μάρκος στη Θεσσαλονίκη. Και τώρα (θα ΄ταν το 1971, 72;) όταν μού ΄πε ο συντάκτης της Μακεδονίας στο οποίο ήμουνα μαθητευόμενος ότι θα πάει να τον δει, τον παρακάλεσα να με πάρει μαζί του. Θα του έκανε, λέει, συνέντευξη- μια συνέντευξη που ποτέ δεν βγήκε και την κουβαλάω εδώ και πολλά χρόνια. Μου ΄πε: εγώ θα ρωτάω, εσύ κράτα σημειώσεις στο μπλοκάκι.</p>
<p>Μετά το μαγαζί πήραμε τον Μάρκο και πήγαμε να φάμε και να τα πούμε, παρακάτω σε ένα μαγαζί. Ήταν ψηλός άντρας, με μεγάλα κανιά, επιβλητικός. Νόμιζα, πιο πολύ από τη φήμη που είχε κι απ΄ τον θαυμασμό που του είχα (και τον έχω) ότι περπατούσα δίπλα σε έναν γίγαντα.</p>
<p>Κάτσαμε σ΄ ένα φαγάδικο- ξενυχτάδικο που σέρβιρε κρέας κοκκινιστό, κότα στον φούρνο με πατάτες και, αν ήθελες, πατσά. Παραγγείλαμε φαΐ και μαλαματίνες.</p>
<p>Ο φίλος τον κοίταζε με συγκρατημένο δέος- δεν ήξερε από πού ν΄ αρχίσει. Μετά τα τυπικά τον ρώτησε πώς έγινε και έμαθε μπουζούκι. Πώς ξεκίνησε. Πώς τού ΄ρθε να πιάσει στα χέρια του το παλιόξυλο.</p>
<p>Ο Μάρκος πολύ φιλικά, σαν να ξερενόμασταν από καιρό, είπε:<br />
- Έφυγα απ΄ τη Σύρα δεκατρίο χρονώ- είχα γεννηθεί εκεί το 1905. Στην Άνω Χώρα, στο Σκαλί. Έφτασα στον Περαία. Ο πατέρας μου, που ήρθε κι αυτός λίγο αργότερα στον Περαία, μαζί με την άλλη οικογένεια, μια μέρα κάλεσε στο σπίτι ένα φίλο του Συριανό μπουζουξή, τον Νίκο τον Αϊβαλιώτη. Αυτός είχε κάνει στις φυλακές και στα έτσι. Φάγαμε, πήρε το μπουζούκι και άρχισε να παίζει. Ήπιε λίγο ρετσίνα ο Μάρκος, άναψε τσιγάρο.</p>
<p>Συνέχισε:<br />
- Όταν τον άκουσα, μού ΄ρθε καδρόνι κατακέφαλα. Άνοιξαν οι ουρανοί και είδα την Παναγία. Τρελάθηκα. Δεν είχα ξανακούσει να παίζουνε έτσι. Κι εκείνη τη μέρα ορκίστηκα.</p>
<p>- Ορκίστηκες;<br />
- Ναι. Πως αν δεν μάθω κι εγώ μπουζούκι, αν δεν μάθω εγώ αυτό το όργανο, να κόψω το χέρι μου με την τσατίρα, το μαχαίρι που σπάζουνε τα κόκαλα στα σφαγεία.</p>
<p>Και από ΄κείνη τη μέρα παράτησα τη δουλειά, το μεροκάματο και βρήκα ένα παλιομπούζουκο και παιδευόμουνα όλη μέρα μόνος μου. Πολεμούσα. Δεν έτρωγα, δεν κοιμόμουνα, δεν πήγαινα πουθενά. Εκεί, κόκαλο.</p>
<p>Ο συνάδελφος- εγώ άκουγα κι έγραφα:<br />
- Μέχρι τότε πού δούλευες;<br />
Ο Μάρκος:<br />
- Στον Περαία όταν έφτασα, έπιασα δουλειά στα καρβουρνιάρικα. Κουβαλούσα το κάρβουνο με τη χαμαλίκα. Αργότερα κι άλλα είδοσα, εμπορεύματα. Μετά έπιασα εκδοροσφαγεύς στα Σφαγεία Πειραιώς. Αλλά δεν την άντεχα αυτή τη δουλειάαγαπούσα πάντα πολύ τα ζώα, τα πουλιά. Κι όταν έγινε αυτό με τον Αϊβαλιώτη, σταμάτησα. Ήμουνα όλη μέρα αγκαλιά με το μπουζούκι. Μάθαινα μόνος μου. Και γυρνούσα στους τεκέδες- τότε ήτανε γεμάτος ζούλες ο Περαίας- και άκουγα τους παλιούς μάγκες που παίζανε. Τους έκλεβα το παίξιμο. Αυτοί το κατείχανε καλά το εργαλείο. Παρακολουθούσα τα χέρια τους, ώρες. Ρωτούσα. Κι επειδή ξηγιόμουνα καλά, με βοηθούσανε. Μου μάθανε πολλά μυστικά- μέχρι και τα καραντουζένια.</p>
<p>- Τι είναι τα καραντουζένια;<br />
Ο Μάρκος μας κοιτάζει και τους δυο, συμπαθητικά, όπως κοιτάς έναν άσχετο.<br />
Λέει:<br />
- Είναι διαφορετικά κουρντίσματα του μπουζουκιού, που βγάζουνε καλύτερο, να πούμε, αίσθημα. Άλλο πράμα.</p>
<p>Τρώει λίγο φαΐ. Πίνει ρετσινούλα.</p>
<p>Λέει:<br />
- Τότες, εκείνη την εποχή, ήμουνα και μικρός, ούτε είκοσι, γνώρισα και παντρεύτηκα την πρώτη μου γυναίκα, την κάργια, την Ζιγκοάλα. Η πιο όμορφη γυναίκα ήτανε. Λεοντάρι. Αλλά καργιόλα. Τα ΄φτιαξε με τον κουμπάρο μας τον Γιωργάκη. Κι αυτός την πήρε και συζούσανε. Παντρεμένος με άλλην αυτός και με παιδί- τους παράτησε για τη Ζιγκοάλα. Καταλαβαίνεις τι υπόφερα. Την αγαπούσα πολύ, πέθαινα. Πήγαινα κάθε νύχτα στα παραθύρια της και της πετούσα πετραδάκια, να βγει, να τηνε δώ. Κι αυτή να είναι μέσα και να γαμιέται με τον άλλονε.</p>
<p>Ο φίλος βλέπει τον Μάρκο να σκοτεινάζει και αλλάζει θέμα:<br />
- Μάρκο, στη Σύρα, πώς ήτανε η οικογένεια, πώς μεγαλώσατε;<br />
Ο Μάρκος χαλαρώνει κάπως:<br />
- Μέναμε στο Σκαλί, στην Άνω Σύρα- εκεί ήμασταν καθολικοί. Και η οικογένεια, φτωχοί. Ο πατέρας μου Δομένικος Βαμβακάρης έπλεκε καλάθια- ή δούλευε όπου βρει. Κι η μάνα μου η Ελπίδα, φτωχή, το γένος Προβελεγγίου. Τρία αδέρφια ήμασταν. Ο Λινάρδος, ο Φραγκίσκος κι εγώ. Μικρό σπιτάκι, με υπόγειο.</p>
<p>Πιάνει το ποτηράκι να πιει ρετσίνα. Παρατηρώ τη χερούκλα του. Στο μεσαίο δάχτυλο χοντρό χρυσό δαχτυλίδι με κόκκινη πέτρα. Σκέφτηκα: πώς παίζει τόσο ωραία μ΄ αυτά τα χοντρά δάχτυλα; Και τότε θυμήθηκα κάτι που είχε πει ο Τσιτσάνης: «Πολλοί μπορεί να παίξουνε καλύτερα τα τραγούδια του Μάρκου, κανείς όμως δεν μπορεί να τα πει ομορφότερα απ΄ αυτόν».</p>
<p>Και τότε κατάλαβα. Κατάλαβα τη διαφορά ανάμεσα στην δεξιοτεχνία και την ουσία. Την ουσία του Μάρκου. Ανάμεσα σ΄ έναν που παίζει μπουζούκι-ραπτομηχανή, κι έναν που με τρεις νότες σου αρπάζει τα σπλάγχνα.</p>
<p>Ο συνάδελφος:<br />
- Η ζωή στη Σύρα πώς ήτανε;<br />
- Δύσκολη. Φτώχεια. Το 1912, πήρανε τον πατέρα στρατιώτη. Εγώ πήγαινα σχολείο, τρίτη δημοτικού, κι αναγκάστηκα να σταματήσω. Η μάνα μου άρχισε να δουλεύει, έγκυος, σ΄ ένα κλωστήριο. Το ίδιο κι εγώ. Έκανα πολλές δουλειές. Σε μανάβικο, σε υφαντουργείο, εφημεριδοπώλης, λούστρος. Και έμπλεξα, τότε, με τον αλητεμένο κόσμο. Με τη μαγκιά της Σύρας.</p>
<p>- Στην οικογένεια έπαιζε κανείς, τότε, μουσική; Ο Μάρκος:<br />
- Ο πατέρας έπαιζε καλή γκάιντα. Κι εγώ τον συνόδευα στις Αποκριές, με ένα νταούλι. Παίζαμε στα μαγαζιά, βγάζαμε κάνα φράγκο. Τότες πρωτάκουσα ζεϊμπέκικα και χασάπικα και περάσανε μέσα μου αυτοί οι ρυθμοί κι αυτοί οι δρόμοι.</p>
<p>Αργότερα που έμαθα μπουζούκι ξεκίνησα αμέσως να γράφω και τραγουδάκια- αλλά έγραφα στίχους, από μικρός.</p>
<p>- Στην μορτιά του Περαία, πώς μπήκες; Ποιους γνώρισες;<br />
- Η πιο μοιραία, να πούμε, γνωριμία ήτανε με τον Μπάτη, που έπαιζε μπαγλαμά. Αυτός ήτανε μεγάλη ιστορία. Παλιατζής, φαρσέρ, καφετζής, φαρμακοτρίφτης, οδοντογιατρός. Μέχρι και χοροδιδασκαλείο έκανε, του «Ζωρζ Μπατέ». Πολύ έξυπνος άνθρωπος. Απ΄ αυτόνε γνώρισα τον Στράτο τον Παγιουμτζή, μεγάλο τραγουδιστή, και τον Ανέστη τον Δελιά τον συνθέτη. Κάναμε μαζί την πρώτη ρεμπέτικη Κομπανία που την λέγαμε «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς».</p>
<p>- Και πού παίζατε;<br />
- Πρωτοπαίξαμε στη μάντρα του Σαραντόπουλου, στα Άσπρα Χώματα. Το 1932 ήτανε; Το 1934; Τότε γραμμοφώνησα και το πρώτο τραγούδι με μπουζούκι στην Ελλάδα, το «Έπρεπε να ΄ρχόσουνα ρε μάγκα στον τεκέ μας». Μετά έκανα ένα δικό μου μαγαζί, το Ρομαντικόν Μπαρ «Ο Μάρκος», αλλά δεν είχε χαΐρι.<br />
Δεν μου δώνανε άδεια απ΄ την Αστυνομία, γιατί δεν κάρφωνα.</p>
<p>- Πάντως ήτανε καλή περίοδος.</p>
<p>- Ναι, η καλύτερη. Έγραψα πολλά τραγούδια, παίζονταν παντού, βούιζε ο τόπος. Έβγαλα λεφτά. Όπου και να πήγαινες, παίζανε Μάρκο. Μαγαζιά, ράδια, γραμμόφωνα. Άλλαξα όλο το νταλαβέρι της διασκέδασης. Φύγανε τα σμυρναίκα και τα σαντουρόβιολα, τα ντούρου-ντούρου, και καθιέρωσα το μπουζούκι. Το ΄κανα ανφάν γκατέ.</p>
<p>Ο Μάρκος βυζαίνει λίγη ρετσίνα απ΄ το ποτηράκι του. Ανάβει πάλι τσιγαριά. Απ΄ τον τρόπο του που πίνει και καπνίζει, ηδονικά, καταλαβαίνω πως είναι άνθρωπος των γούστων. Της απόλαυσης. Της γλυκιάς κατάχρησης. Τα πάθη τον έχουνε κατασκάψει- κι απ΄ αυτά ρούφηξε κι έκανε έργο. Το μεγάλο του έργο, το θεμέλιο όλου του ρεμπέτικου.</p>
<p>Το ΄γραψε κι ο ίδιος:<br />
«Με πόνους και με βάσανα με προίκισε η φύση&#8230;».</p>
<p>Συνεχίζει μόνος του:<br />
- Ήμουνα καλά τότες, αλλά υπόφερα και πολύ. Μ΄ εκείνη τη μέγαιρα την γυναίκα μου τη Ζιγκοάλα. Δεν μπορούσα να ξεφύγω απ΄ αυτήν. Την κυνηγούσα, πολέμαγα να τη συναντήσω, για να τη δω, έστω και πέντε λεφτά. Κι αυτή συζούσε με τον πούστη τον κουμπάρο μας. Δεν το άντεχα. Είχα εκείνο τον καιρ, ένα σωρό γυναίκες. Πλούσιες, φτωχές, πουτάνες, κανονικές. Αλλά το μυαλό μου ήτανε εκεί: στο λεοντάρι, τη Ζιγκοάλα. Μ΄ έτρωγε την ψυχή. Τόσο όμορφη. Με μαράζωνε. Χρόνια τραβούσε αυτό το γκεζί. Τρελαινόμουνα. Κι όταν αποτραβιόμουνα λίγο, με κυ νηγούσε αυτή. Δεν ησύχαζα. Δεν μ΄ άφηνε. Νύχτα-μέρα αυτή η δουλειά. Εκεί, στο σεβντά της.</p>
<p>Ο συνάδελφος:<br />
- Ζούσες, τότε, μόνος σου;<br />
- Μόνος μου, συζούσα με άλλες γυναίκες, έπαιζα, γραμμοφωνούσα. Πήγαινα περιοδείες. Είχα έρθει και στη Σαλονίκη, προπολεμικά- ο Τσιτσάνης τότες ήτανε εδώ φαντάρος. Είχε πλακώσει κι ο Μεταξάς με τις λογοκρισίες. Τα πράματα σιγά σιγά είχανε αρχίζει να ζορίζουνε. Κλείσανε και τους τεκέδες. Τότες, περίπου ώς το 1939, είχα γράψει το κυρίως έργο μου. Ήμουνα στην κορφή. Με τον πόλεμο άρχισαν τ΄ αγριέματα. Πείνα, δυσκολίες. Παίζαμε με μεγάλο κίνδυνο. Πιο πολύ μετά, στον εμφύλιο. Δεν ήξερες από πού θα σού ΄ρθει. Κι είχα και τον γκαϊλέ της Ζιγκοάλας.</p>
<p>- Συνέχιζε αυτό το βιολί;<br />
- Ναί. Ευτυχώς που γνώρισα τότες μια όμορφη κοπέλα, και πολύ νοικοκυρά, τη Βαγγελιώ. Την παντρεύτηκα μέσα στην Κατοχή, το ΄42. Χωρίς να ΄χω πάρει διαζύγιο και η Καθολική Εκκλησία με αφόρισε. Γιατί αυτοί τότες δεν δίνανε διαζύγια. Η Βαγγελιώ με έσωσε. Μου έδωσε τρεις γιους. Τον Δομένικο, τον Στέλιο και τον Βασίλη. Πολύ καλά παλικάρια. Τα καμαρώνω πολύ μέσα μου. Και οι δυο είναι θεριά στη μουσική. Καλύτεροι από μένα.</p>
<p>Ο συνάδελφος, δισταχτικά:<br />
- Και με τη Ζιγκοάλα, τι έγινε;<br />
Ο Μάρκος, κουνώντας το κεφάλι:<br />
- Τίποτα. Το κακό συνεχίστηκε. Και υποφέραμε κι από άλλα στην Κατοχή. Και μετά τον εμφύλιο, τα ίδια. Φτώχεια, πείνα. Είχανε αλλάξει τα γούστα στη μουσική. Καζαντζίδης και τα λοιπά. Μόνο το εξηντατρίο, το εξηνταπέντε, που έγινε ο Τσιτσάνης διευθυντής στην Εταιρεία, με φώναξε και ξανάγραψα. Τότες έκανα δεύτερη γύρα. Στερεώθηκα πάλι. Έγραψα την «Άταχτη», το «Τι πάθος ατελείωτο» κι άλλα, αρκετά.</p>
<p>Ο συνάδελφος δεν ξέρει πώς να το ρωτήσει.<br />
Μετά το ρωτάει στα ίσια:<br />
- Κι αυτά για τη Ζιγκοάλα τα ΄γραψες;<br />
Ο Μάρκος, κοιτώντας τον πλάγια:<br />
- Πες το κι έτσι.</p>
<p>Μετά:<br />
- Ναι. Γι΄ αυτήν την κάργια.</p>
<p>- Η Ζιγκοάλα, τώρα;<br />
Ο Μάρκος:<br />
- Τώρα, τι;<br />
Σβήνει το τσιγάρο του. Δεν θέλει να απαντήσει.</p>
<p>Τελειώσαμε φαγητά και ρετσίνες. Βγήκαμε έξω.</p>
<p>Περπατήσαμε. Έμεινα ένα βήμα πίσω, κοίταζα τον Μάρκο: ένας φαγωμένος βράχος, με μεγάλα κανιά. Ένας κόσμος ολόκληρος. Μας χαιρέτησε θερμά, πατρικά, μας άφησε.</p>
<p>Η εφημερίδα εκείνο τον καιρό περνούσε περιπέτειες. Ο συνάδελφος έφυγε απ΄ τη δουλειά, μαζί με άλλους. Οι σημειώσεις χαθήκανε. Κι έμεινε μόνο η μνήμη. Και ξανάφτιαξα, τώρα, εκείνη τη συνάντηση όπως την ήθελα. Νομίζω πως, κατά βάθος, μάλλον την επινόησα όλη εκείνη την νύχτα με τον Μάρκο. Όπως επινοεί ο καθένας συναντήσεις με ανθρώπους που θαυμάζει πολύ.</p>
<p>Που τους αγαπάει χωρίς ποτέ να τους έχει γνωρίσει. Εξάλλου, ποιος πραγματικά γνωρίζει ποιον; Βγάλε άκρη.<br />
</em><br />
<center><br />
<object width="480" height="360"><param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/NRe323b4mM8?version=3&amp;hl=en_US"></param><param name="allowFullScreen" value="true"></param><param name="allowscriptaccess" value="always"></param><embed src="http://www.youtube.com/v/NRe323b4mM8?version=3&amp;hl=en_US" type="application/x-shockwave-flash" width="480" height="360" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true"></embed></object><br />
</center><br />
Γιατί ο Χατζηδάκις το μετονόμασε σε «Επιμονη»;<br />
Για την επιμονή του Μάρκου σε μιά νότα.. Μιά νότα, 11 συλλαβές..<br />
και ένα απο τα αντιπροσωπευτικότερα ελληνικά τραγούδια..<br />
Επιμονή&#8230;</p>
<img src="http://michalopoulos.gr/blog/?ak_action=api_record_view&id=700&type=feed" alt="" />]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://michalopoulos.gr/blog/?feed=rss2&#038;p=700</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Αυτί με αυτί δε σμίγει..</title>
		<link>http://michalopoulos.gr/blog/?p=691</link>
		<comments>http://michalopoulos.gr/blog/?p=691#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 02 Apr 2012 23:42:55 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Ye-Olde</dc:creator>
				<category><![CDATA[Σκέψεις μου]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://michalopoulos.gr/blog/?p=691</guid>
		<description><![CDATA[Πρώτα από όλα συγνώμη για το κενό.. Αντί να υπάρχει ροδόνερο υπήρχε πύον και προτίμησα να απέχω.. Δεύτερον, δείτε το βιντεο αυτό, κρατάει 32 λεπτά, δεν θα είναι χάσιμο χρόνου, σας το υπόσχομαι. Προσέξτε τον τρόπο που μιλάει η κυρία και αφεθείτε στο νόημα και τη μουσική της. Κάπου πλατειάζει, αλλά η υπομονή είναι αρετή&#8230; [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://michalopoulos.gr/blog/wp-content/uploads/2012/04/ear.png" rel="lightbox[691]" title="ear"><img src="http://michalopoulos.gr/blog/wp-content/uploads/2012/04/ear-286x300.png" alt="" title="ear" width="286" height="300" class="alignleft size-medium wp-image-695" /></a>Πρώτα από όλα συγνώμη για το κενό.. Αντί να υπάρχει ροδόνερο υπήρχε πύον και προτίμησα να απέχω..</p>
<p>Δεύτερον, δείτε το βιντεο αυτό, κρατάει 32 λεπτά, δεν θα είναι χάσιμο χρόνου, σας το υπόσχομαι.<br />
Προσέξτε τον τρόπο που μιλάει η κυρία και αφεθείτε στο νόημα και τη μουσική της. Κάπου πλατειάζει, αλλά η υπομονή είναι αρετή&#8230; </p>
<p>Μετά, διαβάστε τα επόμενα..<br />
<center><br />
<object width="480" height="274"><param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/IN9AdtLCh_s?version=3&amp;hl=en_US"></param><param name="allowFullScreen" value="true"></param><param name="allowscriptaccess" value="always"></param><embed src="http://www.youtube.com/v/IN9AdtLCh_s?version=3&amp;hl=en_US" type="application/x-shockwave-flash" width="480" height="274" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true"></embed></object><br />
</center><br />
<span id="more-691"></span><br />
H Evelyn Glennie όπως είδατε, είναι κουφή.. Παρόλα αυτά είναι διακεκριμένη μουσικός. Μας υπέδειξε με τον δικό της τρόπο πως να ακούμε τους ήχους, τη μουσική. Ολα αυτά μέσα απο την προσωπική της εμπειρία, απο την υποτιθέμενη σιωπή στην οποία είναι καταδικασμένη. Και μας έβγαλε λάθος όλους.<br />
Θα θυμάστε που έλεγε πως βλέποντας 10 νέα έργα μουσικής μπορεί να πεί με μιά ματιά ποιά της αρέσουν και ποιά όχι, αλλά πολλές φορές αυτό έχει να κάνει με την αρχική χημεία, οπότε χρειάζεται να «δώσει τον απαραίτητο» χρόνο στα έργα που δεν της άρεσαν πριν κρίνει αν ειναι καλά ή όχι.</p>
<p>Την άκουγα και σκεφτόμουνα πως πολλές φορές, «αδικώ» μερικούς ανθρώπους που δεν ταιριάζει η «χημεία» μας από την πρώτη στιγμή. Επίσης σκεφτόμουνα πως αντίστοιχα «υπερεκτιμώ» ανθρώπους που ταιριάζουμε από άποψη «χημείας» από την πρώτη στιγμή, αλλά το μετείκασμα της αρχικής λάμψης σβήνει πολύ γρήγορα. Βέβαια σαν άνθρωπος βαριέμαι εύκολα, πολλές φορές η καμπύλη ενδιαφέροντος πέφτει γρήγορα, αλλά αυτό είναι πρόβλημα μου που θα λύσω σε κάποια άλλη ζωή <img src='http://michalopoulos.gr/blog/wp-includes/images/smilies/icon_smile.gif' alt=':)' class='wp-smiley' />  </p>
<p>Θα ήθελα να το προεκτείνω λίγο, στην ζωή μας&#8230; Πόσες φορές κρίνουμε τον άλλον από την εμφάνιση του, από τις παρέες του, από το στήσιμο του στο χώρο; Και βέβαια πόσο ρηχό είναι αυτό, ποσο επίπλαστη είναι η εντύπωση που σχηματίζουμε, βιαστικά και εγωιστικά; Πόσες φορές κρύβουμε την πραγματική μας ανάγκη πίσω από τα «πρέπει» και τα «must» του κοινωνικού περίγυρου; </p>
<p>Ακομα, πόσες φορές μας μιλάνε και δεν ακούμε; Πριν τελειώσει ο άλλος τη φράση του ή την κουβέντα του, έχουμε έτοιμο τον αντίλογο, έναν αντίλογο στυλιζαρισμένο και βγαλμένο απο την database των έτοιμων απαντήσεων. Των έτοιμων απαντήσεων του Εγώ μας, που βέβαια δεν υπόκεινται σε καμμιά κριτική. Πριν ολοκληρώσει κάποιος, έχουμε συμπεράνει τι θέλει να πει και απαντάμε κιόλας. </p>
<p>Κάπως έτσι δημιουργείται η ρόζ φουσκίτσα μέσα στην οποία ζούμε, ξεχνώντας πως λόγω φυσικής τα κοίλα (ή κυρτά, ανάλογα πως τη βλέπεις) τοιχώματα της φούσκας προσθέτουν μια παραμόρφωση. <strong>Μια παραμόρφωση που μας βολεύει, για να δικαιολογήσουμε τα αδικαιολόγητα&#8230;</strong></p>
<p>θα ήθελα να μακρυγορήσω εξαιρετικά, αλλά συγκρατούμαι, γιατί αν ακολουθήσατε τις οδηγίες, έχετε δει και 32 λεπτά βίντεο..<br />
Απλά ας προσπαθήσουμε να εξασκήσουμε τα αυτιά μας στην τέχνη (γιατί περί τέχνης πρόκειται) του ακούειν μπας και διασφαλίσουμε το ακούεσθαι.. </p>
<img src="http://michalopoulos.gr/blog/?ak_action=api_record_view&id=691&type=feed" alt="" />]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://michalopoulos.gr/blog/?feed=rss2&#038;p=691</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Οικογένεια Μπές-Βγές</title>
		<link>http://michalopoulos.gr/blog/?p=689</link>
		<comments>http://michalopoulos.gr/blog/?p=689#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 29 Mar 2012 23:39:15 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Ye-Olde</dc:creator>
				<category><![CDATA[Σκέψεις τους]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://michalopoulos.gr/blog/?p=689</guid>
		<description><![CDATA[Βιβλιοπρόταση για το Πάσχα: Οικογένεια Μπές-Βγές του Γιάννη Ξανθούλη -Πέθανε; Μουρμούρισε με φωνή που πρώτη φορά άκουγα – κι έβαλε τα κλάματα. -Κοίταξε μικρούλα Σίσσυ, φώναξε η Γιουλαλάμ Ευσταθιάδου-. Βγάλε χρυσό μου την κούκλα απ’ το στόμα και προσευχήσου για τη μητέρα σου. Λυπάμαι που σ’ το λέω Σίσσυ, αλλά η μητέρα σου βρίσκεται ήδη [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Βιβλιοπρόταση για το Πάσχα: Οικογένεια Μπές-Βγές του Γιάννη Ξανθούλη</strong></p>
<p>-Πέθανε; Μουρμούρισε με φωνή που πρώτη φορά άκουγα – κι έβαλε τα κλάματα.<br />
-Κοίταξε μικρούλα Σίσσυ, φώναξε η Γιουλαλάμ Ευσταθιάδου-. Βγάλε χρυσό μου την κούκλα απ’ το στόμα και προσευχήσου για τη μητέρα σου. Λυπάμαι που σ’ το λέω Σίσσυ, αλλά η μητέρα σου βρίσκεται ήδη με τη γιαγιά και τη θεία Τζούλια κοντά στο Χριστούλη.<br />
Πρέπει να είπα κάτι πάρα πολύ βαρύ για τον ανδρισμό, τη σοφία, τη μητέρα, τη θεία και τη γιαγιά του Χριστούλη, γιατί ο παππούς συνήλθε αμέσως και φώναξε:<br />
-Ήταν θέλημα θεού. Πήγαινε να κοιμηθείς κι από αύριο το πρωί να μη σε ξαναδώ με τα παρδαλά φορέματα, που σου αγοράζει ο μπινές ο πατέρας σου. Γκρίζα θα φοράς αποδώ και εμπρός. Ακούσατε, Φράου Κίνσκι;<br />
-Για καμαράτ, απάντησε η γερμανίδα γκουβερνάντα μου με κατανόηση μάμπας.<br />
-Ναι, ήταν θέλημα θεού, είπε με σφυριχτή φωνή η θεία Φόλα, ετεροθαλής αδελφή της μητέρας μου, ταγμένη στην υπήρεσία της εκκλησιαστικής οργάνωσης «Η βάλανος του Αγίου Μάκη», ή κάπως έτσι, δε θυμάμαι και καλά.<br />
Προτού η Φράου Κίνσκι με σύρει στο δωμάτιό μου, πρόφτασα να δω το παγωμένο από φόβο βλέμμα της μαμάς, το πράσινο χρώμα των χεριών της και τον ματωμένο κύκλο πάνω στο άσπρο σατέν νυχτικό της. Όταν άκουσα το κλειδί να γυρίζει τρείς φορές ορκίστηκα εκδίκηση και πάνω απ’ όλα να μην πεθάνω ποτέ. Θα’ μενα αθάνατη όπως η θεά Ήρα, όπως οι δαίμονες και νεράιδες που δίαβαζα κρυφά στα παραμύθια των αδελφών Γκριμ, μια και δεν έπρεπε να μάθει κανείς ότι ήξερα γραφή και ανάγνωση εδώ και τρία χρόνια. Κι ας είμαι μόνο πέντε χρονών κοριτσάκι. Καημένη μαμά, σκεφτόμουν όσο προχωρούσε η ζεστή νύχτα του Αυγούστου – μα σκοτεινή σαν πίσσα, χωρίς φεγγάρι και άστρα. Καημένη μαμά, που δεν κατάφερες να γεράσεις όπως η γιαγιά, που δεν ασκήμηνες όπως η θεία Φόλα, που είναι φαλακρή, λες και της έξυσες το ηλίθιο κεφάλι της με γυαλόχαρτο, καημένη, ανεξάρτητη, μαμά μου!<br />
Η μαμά ποτέ δεν υπολόγισε το μητριαρχικό και αργότερα το πατριαρχικό κλίμα που επικρατούσε σ’ αυτή τη μαλακισμένη οικογένεια. Κόρη της ζάμπλουτης οικογένειας Πουστοδούλου, που στη κατοχή της είναι εδώ και 60 χρόνια η μεγαλύτερη βιομηχανία προφυλακτικών «Μπές – Βγές», έζησε μια ζωή πραγματικά ανεξάρτητη. Σπούδασε γλυπτική, χωρίς να’ χει ίχνος ταλέντου, στο Παρίσι, νοσηλεύτηκε τουλάχιστον πενήντα φορές για βαριάς μορφής βλεννόρροια, μια και είχε έμφυτη απέχθεια για τα προφυλακτικά αλλά και για οποιαδήποτε προφύλαξη στο σεξ και, το κυριότερο και χειρότερο, παντρεύτηκε τον μπαμπά, ένα «τεκνό του κερατά», όπως τον αποκαλούσε ο παππούς, φτωχό, με μοναδικό προσόν το πέος του και το κορμί του.<br />
Όπως είχα κρυφακούσει σε μια συζήτηση της Γιουλαλάμ Ευσταθιάδου και της μαγείρισσάς μας, ο μπαμπάς ψωνιζόταν σε διάφορες πλατείες. Αν κατάλαβα καλά, οι δύο μέγαιρες έλεγαν ότι ο μπαμπάς καβαλούσε ότι του τύχαινε. Μια μέρα καβάλησε τον γενικό διευθυντή της βιομηχανίας τον κύριο Λίτσα, κι αυτός τόσο πολύ φχαριστήθκε, που τον σύστησε στο παππού. Ο παππούς όμως καβάλησε τον μπαμπά και μάλιστα φχαριστήθηκε κι αυτός, ώστε τον φωτογράφισε γυμνό τσιτσίδι και τον έβαλε έξω από τα κουτάκια με τα προφυλακτικά. Έτσι ο μπαμπάς έγινε μοντέλο. Τότε τον ερωτεύτηκε η μαμά, που, όπως άκουσα, ήταν μητρομανής και μετά από έναν τρομερό καβγά, όπου η μαμά ξύρισε το πουλάκι της σε ένδειξη διαμαρτυρίας, ο παππούς είπε το ναι κι έτσι παντρεύτηκαν και γεννήθηκα..</p>
<p>Ο συγγραφέας βαφτίζει και εδώ με περίεργα ονόματα τους ήρωές του: Γιουλαλάμ Ευσταθιάδου, Οικογένεια Πουστοδούλου, ο τραβεστί ξάδελφος Σαρμέλα, ο ιερομόναχος Σοδομίδης, ο στρατηγός Περούκας, η θεία Φόλα, ο γλύπτης Κοιλίτσας, ο Καραμπέτ Αρζακιάν του Αρακέλ, η θεία Γκαπ.<br />
Η αφηγήτρια, η Σίσσυ, δεν αποτελεί την ενσάρκωση του κακού, εκθρεμμένου από ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας όπως ο αφηγητής του «Μεγάλου θανατικού». Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι είναι και η ενσάρκωση του καλού. Όπως της λέει η θεία της η Γκαπ, «ξορκίζεις το κακό, Σίσσυ, αλλά δεν τα πας και σπουδαία και με το καλό. Το κακό είναι σκόρπιο παντού, Σίσσυ». Στο τέλος η Σίσσυ, το πεντάχρονο κοριτσάκι με την ωριμότητα μεγάλης γυναίκας, θα σκοτώσει τον παππού της και θα βάλει φωτιά να κάψει το σπίτι και τα εναπομείναντα μέλη της διεφθαρμένης οικογένειας, για να καταφύγει εν συνεχεία στη γιαγιά της, απλή γυναικούλα του λαού.</p>
<img src="http://michalopoulos.gr/blog/?ak_action=api_record_view&id=689&type=feed" alt="" />]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://michalopoulos.gr/blog/?feed=rss2&#038;p=689</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>με βαριά μοτοσυκλέτα μες τα σκέλη</title>
		<link>http://michalopoulos.gr/blog/?p=685</link>
		<comments>http://michalopoulos.gr/blog/?p=685#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 28 Mar 2012 23:44:20 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Ye-Olde</dc:creator>
				<category><![CDATA[Άρλεκιν]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://michalopoulos.gr/blog/?p=685</guid>
		<description><![CDATA[Εδώ εγκαινιάζεται μια νέα κατηγορία, η «Άρλεκιν». Την ιδέα μου την έδωσε ο Στάθης Παναγιωτόπουλος, με 2-3 κείμενα που δημοσίευσε στο Μπισκότο και στο skylos.gr Η γραφή του Άρλεκιν είναι διαφορετική. Πάντα σε τρίτο πρόσωπο, πιό λυρική, πιό αισθαντική, πιό κάπως.. Με ερέθισαν τα κείμενα που διάβασα και αποφάσισα να μεταφέρω μερικά προσωπικά (και μη) [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p><em>Εδώ εγκαινιάζεται μια νέα κατηγορία, η «Άρλεκιν». Την ιδέα μου την έδωσε ο Στάθης Παναγιωτόπουλος, με 2-3 κείμενα που δημοσίευσε στο Μπισκότο και στο skylos.gr<br />
Η γραφή του Άρλεκιν είναι διαφορετική. Πάντα σε τρίτο πρόσωπο, πιό λυρική, πιό αισθαντική, πιό κάπως.. Με ερέθισαν τα κείμενα που διάβασα και αποφάσισα να μεταφέρω μερικά προσωπικά (και μη) βιώματα, με αυτόν τον τρόπο.. Αρχίζουμε..</em></p>
<p>Πήγαιναν χρόνια που είχε απεξαρτηθεί από την ελευθερία της μοτοσυκλέτας. Μέχρι που κάποια στιγμή αποφάσισε να ξανακαβαλήσει. Έπρεπε να την παραλάβει από μια ακριτική πόλη της Θράκης, πήγε το πρωί και αφού τη δοκίμασε ξεκίνησε να την φέρει στην πόλη του. Ήταν αρχή της άνοιξης, έκανε κρύο, ίσα-ίσα που κατάφερε να φτάσει στην ώρα του.</p>
<p><a href="http://michalopoulos.gr/blog/wp-content/uploads/2012/03/everett-peck-motorcycle-couple-on-deserted-island-new-yorker-cartoon.jpg" rel="lightbox[685]" title="everett-peck-motorcycle-couple-on-deserted-island-new-yorker-cartoon"><img src="http://michalopoulos.gr/blog/wp-content/uploads/2012/03/everett-peck-motorcycle-couple-on-deserted-island-new-yorker-cartoon-300x225.jpg" alt="" title="everett-peck-motorcycle-couple-on-deserted-island-new-yorker-cartoon" width="300" height="225" class="alignleft size-medium wp-image-687" /></a>Πήγε μία, η μοτοσυκλέτα τον περίμενε απέξω, κλείδωσε και την έβαλε μπρός. Ήθελε να κάνει βόλτες μοναχός, αλλά μια ιδέα του τριβέλιζε το μυαλό. Όπως παλιά.. Την πήρε τηλέφωνο. -Να περάσω να σε παρω για μιά βόλτα; της είπε. Η καταφατική απάντηση έσβησε με τον ήχο της πρώτης γκαζιάς. Ντύσου καλά της είχε πει κλείνοντας..</p>
<p>Ανέβηκε από πίσω του και ήταν σαν ταξίδι στο παρελθόν. Πάντα ήταν εξαιρετική συνεπιβάτης, σαν να μην πέρασε μια μέρα, κόλλησε επάνω του και ξεχύθηκαν στην κρύα νύχτα. Τα δάκρυα να τρεχουν, απο τον αέρα ή από τις αναμνήσεις των διαδρομών που είχαν κάνει μαζί; Κτίρια και αυτοκίνητα να φεύγουν γρήγορα, «με βαριά μοτοσυκλέτα μες τα σκέλη» που λέει και ο Διονύσης, σε ένα βράδυ που κανείς δεν ήθελε να τελειώσει.</p>
<p>-Πάμε Αύγουστο; τη ρώτησε. -Γιατί όχι; σε λίγα λεπτά είχαν παρκάρει στο στενάκι της Ανθέων και οι βότκες ήταν μπροστά τους. Είχαν χρόνια να βγουν, αλλά ήταν σαν να γνωρίστηκαν χτες. Στα ηχεία έπαιζε ο Μάιλς Ντέιβις. Της χαίδεψε τα μαλλιά και μια πικρή σκέψη πέρασε απο τον νού του. Όχι απόψε, σκέφτηκε.. </p>
<p>Θυμήθηκε την επιστροφή από την Περαία πριν πολλά-πολλά χρόνια, μετά απο μια τρελλή καταιγίδα, μούσκεμα και οι δύο. Στον δρόμο έχει ένα σημείο που πρέπει να παρακάμψεις μια εκκλησιά που κόβει το ένα ρεύμα. Εκεί του είχε μπει η τρελλή ιδέα να πάει κατευθείαν στον τοίχο. Ούτως ή άλλως η τελευταία στάση στη ζωή είναι σε μια εκκλησιά, γιατί όχι τώρα που είμαστε τρελλά ευτυχισμένοι είχε σκεφτεί.. Ακόμα μια σκέψη που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.. </p>
<p>Οι νυχτερινες διαδρομές συνεχίστηκαν για λίγο ακόμα, αυτη δούλευε πρωί, σαν να ήθελαν να αφήσουν νωπά τα χνάρια τους στους πρωϊνούς διαβάτες, πότε ήσυχα και πότε μανιασμένα, αυτή ήταν πάντα κολλημένη επάνω του, αφοσιωμένα δεμένη, σαν ελαφρύ σακκίδιο, το μόνο που ένοιωθε ήταν τα χέρια της στη μέση του.</p>
<p>Χώρισαν τα χαράματα, με δάκρυα στα μάτια, ακόμα και τώρα κανείς δεν ξέρει αν ήταν το κρύο ή η συγκίνηση του να αναβιώνεις κάτι μετά από χρόνια. Γύρισε μόνος του σπίτι, πάρκαρε την βαριά μοτοσυκλέτα και ανέβηκε με μιά αίσθηση κενου. Ήθελε και άλλο..  </p>
<img src="http://michalopoulos.gr/blog/?ak_action=api_record_view&id=685&type=feed" alt="" />]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://michalopoulos.gr/blog/?feed=rss2&#038;p=685</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>&#8230;οι μερακλίδικες καρδιές δεν ξέρουν απο στρατηγικές</title>
		<link>http://michalopoulos.gr/blog/?p=678</link>
		<comments>http://michalopoulos.gr/blog/?p=678#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 01 Feb 2012 12:16:51 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Ye-Olde</dc:creator>
				<category><![CDATA[Σκέψεις μου]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://michalopoulos.gr/blog/?p=678</guid>
		<description><![CDATA[Πίστευα ακόμα στον Άη-Βασίλη. Παραμονές χριστουγέννων, έγραψα ένα γράμμα και ζητούσα να μου φέρει μιά κιθάρα. Είχα δεί έναν γείτονα, γύρω στα 18 να κάθεται στα σκαλάκια του σπιτιού του με μιά κιθάρα και γύρω του παιδιά της γειτονιάς, να παίζει Poll, Olympians, κλπ.. Στο τέλος μάλιστα έπαιζε κάτι γρήγορο, άγνωστο, χτυπούσε και το ηχείο [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://michalopoulos.gr/blog/wp-content/uploads/2012/02/tsarouxis.jpg" rel="lightbox[678]" title="tsarouxis"><img src="http://michalopoulos.gr/blog/wp-content/uploads/2012/02/tsarouxis-300x251.jpg" alt="" title="tsarouxis" width="300" height="251" class="alignleft size-medium wp-image-679" /></a>Πίστευα ακόμα στον Άη-Βασίλη. Παραμονές χριστουγέννων, έγραψα ένα γράμμα και ζητούσα να μου φέρει μιά κιθάρα. Είχα δεί έναν γείτονα, γύρω στα 18 να κάθεται στα σκαλάκια του σπιτιού του με μιά κιθάρα και γύρω του παιδιά της γειτονιάς, να παίζει Poll, Olympians, κλπ.. Στο τέλος μάλιστα έπαιζε κάτι γρήγορο, άγνωστο, χτυπούσε και το ηχείο της κιθάρας και τα παιδιά ψιθύριζαν «..σαντάνα..». Βέβαια ούτε λόγος να ξέρω τον Σαντάνα στα 6-7 μου, αλλά η εικόνα μου άρεσε και ήθελα πολύ να του μοιάσω. &#8216;Ετσι λοιπόν, ζήτησα την κιθάρα από τον Άη-Βασίλη.</p>
<p>Αυτός βέβαια, όντας άμουσος, στο σπίτι μας είχαμε ραδιόφωνο αλλά άνοιγε μόνον τις Κυριακές τα απογεύματα για να ακούει μάτς, δεν ερμήνευσε σωστά το μελλοντικό πάθος μου για την μουσική και μου έφερε ένα βιβλίο. Δερματόδετο, μπορντώ, τον Βίο και την Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά. Που να φανταζόταν ο άμοιρος Άη-Βασίλης-πατέρας, σε τι μπελάδες θα έβαζε το παιδί του με το ανάγνωσμα αυτό. Ποιός θα διαβάσει την ιστορία και δεν θα ταυτιστεί με την λευτεριά του Αλέξη Ζορμπά; Ποιός δεν θα γοητευτεί από την αγάπη του προς την Γυναίκα, από την διάθεση του να τα ανατρέψει όλα, για να κάνει το κέφι του;</p>
<p>Βέβαια στην ηλικία αυτή, η μαντάμ Ορτάνς μοιάζει (και είναι) μυθική, στοιχειώνει το λευκό από εμπειρίες παιδικό μυαλό και κάνει άλλες ιερόδουλες της λογοτεχνίας να μοιάζουν φεστιβαλικές μπροστά της. Ποιά άλλη ιερόδουλη έχει δώσει το όνομα της σε δρόμο και σε ποιό άλλο μέρος θα μπορούσε να γίνει αυτό παρά στην Κρήτη; Όλα αυτά στην κατσαρόλα, ο Αλέξης Ζορμπάς (που το πραγματικό του όνομα ήταν Γιώργος), η μαντάμ Ορτάνς, η Κρήτη και νάσου ένας νεαρός «εγκληματίας».</p>
<p><em>Ο Ζορμπάς κοίταξε τ&#8217; αστέρια, με το στόμα ανοιχτό, σα να τά &#8216;βλεπε για πρώτη φορά.<br />
-Τι γίνεται εκεί απάνω! μουρμούρισε.<br />
Και σε λίγο πήρε την απόφαση, μίλησε.<br />
-Ξέρεις να μου πεις, αφεντικό, είπε κι η φωνή του ασκώθηκε επίσημη, συγκινημένη μέσα στη ζεστή νύχτα, ξέρεις να μου πεις τι πάει να πουν όλα αυτά; Ποιος τα έκαμε; Γιατί τα έκαμε; Και πάνω απ&#8217; όλα, ετούτο (η φωνή του Ζορμπά ήταν γεμάτη θυμό και τρόμο): Γιατί να πεθαίνουμε;<br />
-Δεν ξέρω, Ζορμπά! αποκρίθηκα, και ντράπηκα σα να με ρωτούσαν το πιο απλό πράμα, το πιο απαραίτητο, και δεν μπορουσα να το εξηγήσω.<br />
-Δεν ξέρεις! έκαμε ο Ζορμπάς και τα μάτια του γούρλωσαν.<br />
Όμοια γούρλωσαν και μιαν άλλη νύχτα, όταν με ρώτησε αν χορεύω και του αποκρίθηκα πως δεν ξέρω χορό <strong>*</strong>.<br />
Σώπασε λίγο, άξαφνα ξέσπασε:<br />
-Τότε τι ναι αυτά τα παλιόχαρτα που διαβάζεις; Γιατί τα διαβάζεις; &#8216;Αμα δεν λένε αυτό τι λένε;<br />
-Λένε τη στενοχώρια του ανθρώπου που δεν μπορεί ν&#8217; απαντήσει σε αυτά που ρωτάς, Ζορμπά, αποκρίθηκα.<br />
-Να τη βράσω τη στενοχώρια τους! έκαμε ο Ζορμπάς χτυπώντας με αγανάχτηση το πόδι του στις πέτρες.</em>  </p>
<p>Χρόνια μετά, πέφτει στα χέρια μου το νέο βιβλίο του Κώστα Μουρσελά με τίτλο «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά». Μην απορείτε πως ταυτίστηκα με τον Λούη, τον ήρωα που έμοιαζε τόσο με τον Αλέξη Ζορμπά, έναν άνθρωπο επίσης υπαρκτό, που η γυναίκα γράφονταν με Γ κεφαλαίο στη ζωή του, έναν άνθρωπο τσαπατσούλη, αναχωρητικό, αλλά κατά βάθος αυθεντικό, μερακλή και πηγαίο. Ήδη υπό την επήρρεια του Ζορμπά είχα κάνει τις 1000 ανατροπές, είχα αγαπήσει και είχα αγαπηθεί, είχα πληγώσει και είχα πληγωθεί, είχα αφήσει εκατοντάδες πράγματα στη μέση, είχα καεί και είχα ξαναγεννηθεί δεκάδες φορές. Ένα παιδικό είδωλο εμφανίστηκε πάλι, με άλλη μορφή, στα 30 μου περίπου, εκεί που η ζωή σε συντρίβει με την ταχύτητα της, δίχως να σε αφήνει να πάρεις ανάσα. Αυτή τη φορά όμως αισθάνθηκα πως ήμουν από την πλευρά του συγγραφέα, ενός ανθρώπου που δεν κατάφερε τίποτε, πέρα από το να αποτυπώσει το ασυνείδητο του στο χαρτί, δεν είχα καταφέρει να γίνω αρκετά Αλήτης, δεν είχα καταφέρει να γίνω αρκετά Αυθεντικός, Μερακλής. Ήταν συγκλονιστική η παραδοχή, όπως ήταν βουβό το κλάμα για ότι χάθηκε στο χρόνο χωρίς καν να το διαπραγματευτώ. </p>
<p><div id="attachment_683" class="wp-caption alignleft" style="width: 310px"><a href="http://michalopoulos.gr/blog/wp-content/uploads/2012/02/louis.jpg" rel="lightbox[678]" title="louis"><img src="http://michalopoulos.gr/blog/wp-content/uploads/2012/02/louis-300x171.jpg" alt="" title="louis" width="300" height="171" class="size-medium wp-image-683" /></a><p class="wp-caption-text">η Γυναίκα..</p></div>Ξαφνικά διαπίστωσα πως είχα μπει στο παιχνίδι των στρατηγικών, με στόχους άπιαστους, δίχως να με νοιάζει η διαδρομή, βλέποντας απλά το χέρι μου να προσπαθεί να πιάσει τα απροσπέλαστα. Ηταν και η γραφή του Μουρσελά που λάτρευα, θεατρικός με μπόλικους διαλόγους, με τσάκισε.. Κάποια στιγμή, αργότερα είχα την ευτυχία να τον γνωρίσω. Όχι τον Μουρσελά, τον Λούη (το πραγματικό του όνομα ήταν Μανώλης). Απλός, ήρεμος, στα 70 παρά του, να λέει ιστορίες με τον δικό του τρόπο, ακόμα μια φορά θαύμασα τον Μουρσελά για το πόσο ωραία τον είχε αποτυπώσει στο χαρτί. Και σήμερα, βλέπω πως ο Λούης πέθανε, στα 81 του. Ένοιωσα πως έπρεπε να γράψω κάτι&#8230;</p>
<p>Ο Κώστας Μουρσελάς μιλώντας στο «Έθνος» περιέγραψε ως εξής την πρώτη συνάντησή του με τον θρυλικό Λούη: <em>«Τον γνώρισα όταν ήμουν μαθητής στις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου, στη Αγια-Σοφιά, στον Πειραιά. Ερχόταν εκεί και μας πουλούσε βιβλία με δόσεις. Μου έκανε εντύπωση η εξυπνάδα του αλλά και οι γνώσεις του σε όλα τα επίπεδα. Μου φαινόταν πραγματικά περίεργο πώς ένας άνθρωπος του δημοτικού γνώριζε τόσα πολλά πράγματα. Ηταν αντικομφορμιστής και διέθετε μια ποιητική αναρχικότητα, μια ποιητική τρέλα. Ηταν ιδιαίτερα γοητευτικός και βαθιά ερωτεύσιμος. Η κύρια εντύπωση που μου έδινε είναι πως πρόκειται για έναν άνθρωπο που ξεπερνά την εποχή του&#8230;».</em> </p>
<p>Μερακλίδικη καρδιά και όπως μου είχε γράψει και η φίλη μου η Ζέτα «<strong>&#8230;οι μερακλίδικες καρδιές δεν ξέρουν απο στρατηγικές</strong>«.</p>
<p><strong>*</strong> ο μόνος χορός που έχω χορέψει, είναι το Βάλς του γάμου, από τον Μελισσοκόμο, του Αγγελόπουλου, μουσική της Καραΐνδρου, στον γάμο μου.</p>
<img src="http://michalopoulos.gr/blog/?ak_action=api_record_view&id=678&type=feed" alt="" />]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://michalopoulos.gr/blog/?feed=rss2&#038;p=678</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Η 19η τρύπα (limbo)</title>
		<link>http://michalopoulos.gr/blog/?p=673</link>
		<comments>http://michalopoulos.gr/blog/?p=673#comments</comments>
		<pubDate>Sat, 28 Jan 2012 16:37:33 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Ye-Olde</dc:creator>
				<category><![CDATA[Σκέψεις μου]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://michalopoulos.gr/blog/?p=673</guid>
		<description><![CDATA[Αφορμή για το κείμενο αυτό στάθηκε μια ταινία που είδα χθες το βράδυ, η «Μελαγχολία» του Λάρς φον Τρίερ. Ακόμα μια φορά δυνατός μέσα από σενάριο, σκηνοθεσία, εικόνα και ήχο, ποίηση στον Ευρωπαϊκό κινηματογράφο. «Too much love will kill you». Κάπως έτσι, η Τζαστίν δεν αντέχει την υπερβολική ευτυχία που της υποβάλλεται, σε πλαστικό ή [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://michalopoulos.gr/blog/wp-content/uploads/2012/01/John_Everett_Millais_-_Ophelia.jpg" rel="lightbox[673]" title="John_Everett_Millais_-_Ophelia"><img class="alignleft size-medium wp-image-674" title="John_Everett_Millais_-_Ophelia" src="http://michalopoulos.gr/blog/wp-content/uploads/2012/01/John_Everett_Millais_-_Ophelia-300x204.jpg" alt="" width="300" height="204" /></a>Αφορμή για το κείμενο αυτό στάθηκε μια ταινία που είδα χθες το βράδυ, η «Μελαγχολία» του Λάρς φον Τρίερ. Ακόμα μια φορά δυνατός μέσα από σενάριο, σκηνοθεσία, εικόνα και ήχο, ποίηση στον Ευρωπαϊκό κινηματογράφο. </p>
<p><strong>«Too much love will kill you»</strong>. Κάπως έτσι, η Τζαστίν δεν αντέχει την υπερβολική ευτυχία που της υποβάλλεται, σε πλαστικό ή (και) μεταξένιο χαρούμενο οικογενειακό περιβάλλον, όπου ο καθένας σχεδιάζει, πλάθει και ερμηνεύει τον εγωκεντρικό του ρόλο, αυτή ανακρούει πρύμναν επιλέγοντας τον εαυτό της, ένα είδος ενδοπροσωπικής εσωστρεφούς νοημοσύνης που υπερτερεί της διαπροσωπικής με αποτέλεσμα να προτιμά να ανθίσει μόνη της, μέσα από την ατραπό της ενηλικίωσης, που οδηγεί στον αναπόφευκτο μαρασμό, αλλά ήρεμα και στωϊκά.</p>
<p>Στον αντίποδα, η Κλαίρ, με συμβατικές υποχρεώσεις, σύζυγο, παιδί και επιχείρηση, γίγαντας με πήλινα πόδια, με την ανησυχία να θεριεύει μέρα με τη μέρα μέσα της, με μόνη διέξοδο την ξέφρενη ιππασία στην ύπαιθρο. Περισσότερες υποχρεώσεις που φέρνουν περισσότερες ανησυχίες, περισσότερη ανασφάλεια, περισσότερη δύναμη για την προσποίηση του «Comme Il Faut», γυάλινη προσωπικότητα που καταρρέει όταν συνειδητοποιεί πως έρχεται το τέλος, στην χειρότερη σκηνή του έργου, όταν προσπαθεί να βάλει μπρος τα αυτοκίνητα για να ξεφύγει (εκεί μου θύμισε Στήβεν Κίνγκ, δυστυχώς). Πόσο πιο ευτυχισμένη θα ήταν αν είχε διαβάσει Καζαντζάκη: «Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος», σκέφτηκα όσο την έβλεπα στο ρόλο της. (την θεωρώ εξαιρετικά άσχημη αλλά απίστευτα γοητευτική, γυναίκα ζωής και ψυχής).</p>
<p>Ενώ η ταινία προχωρά με χαλαρούς ρυθμούς, είναι σαν μιά χύτρα ταχύτητας που έχουμε αφήσει στο μάτι της κουζίνας, το έχουμε ανοίξει τέρμα και έχουμε φύγει μακρυά. Κάποια στιγμή θα γίνει η έκρηξη, είναι προβλεπόμενο, όπως γίνεται προς το τέλος, όπου ο Τίερ επιταχύνει και μας βομβαρδίζει με συναισθήματα, εικόνες, μουσική, δράση, χρώματα. Η υφέρπουσα έκρηξη γίνεται όταν σιγά-σιγά οι πρωταγωνιστές, είτε μαθαίνουν είτε διαισθάνονται πως έρχεται το Tέλος. Εκεί λοιπόν, <strong>έχουμε τέσσερεις διαφορετικές αντιμετωπίσεις του Τέλους</strong>. Στη θέση της λέξης «Τέλος» μπορείτε να βάλετε ότι επιθυμείτε. Έρωτας, Χωρισμός, Θάνατος, οτιδήποτε προϋποθέτει την απότομη διακοπή της Δράσης.</p>
<p>Υπάρχει η άρνηση του Τέλους από τον Τζόν, που αυτοκτονεί στον στάβλο. Ο κατά τα άλλα ψύχραιμος και επιστημονικά προσεγγίζων τον γαλάζιο πλανήτη, την Μελαγχολία, αρνείται να ζήσει την στιγμή μέχρι τέλους, επιδεικνύοντας αναχωρητισμό και δειλία ταυτόχρονα. Drama Queen. Κρίμα.<br />
Ο μικρός Λεό, απλά κλείνει τα μάτια και απλώνει τα χέρια σε μητέρα και θεία, αγνοώντας το μέλλον, αλλά παραχωρώντας μιά τυφλή εμπιστοσύνη στη θεία, αφήνοντας τα πράγματα και τις εξελίξεις στους «μεγάλους».<br />
Η Κλαίρ, έχοντας περάσει και τα 5 στάδια της θλίψης κατά Kübler-Ross, αποδέχεται το Τέλος, αποκαμωμένη απο τη ζωή της και την προσπάθεια να διαφύγει της Ειμαρμένης της.<br />
Η Τζαστίν από την άλλη, έχοντας μια πρωτόγνωρη ηρεμία προφανώς αποτέλεσμα των ανατροπών στη ζωή της όπως περιγράφονται στην αρχή, έχοντας διαλύσει τον γάμο της εν τω γεννάσθαι, έχοντας παραιτηθεί της φιλόδοξης εργασίας της, πλέει στο ποτάμι με μια αγκαλιά λουλούδια, σαν την Οφηλία του John Everett Millais, λίγο πριν πνιγεί. Είναι επιλογή της να παρασυρθεί, το θάρρος προκύπτει απο την αυτογνωσία και την παραδοχή της ματαιότητας των γύρω της.</p>
<p>Ο καθένας επιλέγει το Τέλος του σε αυτήν την ταινία, όπως και στη Ζωή. Ο παρονομαστής κοινός, το περιβάλλον μας, ο αριθμητής αλλάζει, όσο μεγαλύτερος είναι, τόσο μεγαλύτερος είναι ο λόγος σήματος προς θόρυβο, ο λόγος πράξεων προς περιβάλλον. Όσο μεγαλύτερος ο λόγος, τόσο μεγαλύτερη η αιωνιότητα. Γιατί άλλο η «μικρή» αιωνιότητα στον οικογενειακό και φιλικό μας κύκλο και άλλο η «μεγάλη» αιωνιότητα στην ιστορία, που λέει και στο ομότιτλο βιβλίο του ο Μίλαν Κούντερα.</p>
<p><a href="http://michalopoulos.gr/blog/wp-content/uploads/2012/01/Picture-41.png" rel="lightbox[673]" title="Picture 41"><img src="http://michalopoulos.gr/blog/wp-content/uploads/2012/01/Picture-41-236x300.png" alt="" title="Picture 41" width="236" height="300" class="alignleft size-medium wp-image-675" /></a>Πολλές φορές στην ταινία αναφέρεται πως στο γήπεδο του γκόλφ έχει 18 τρύπες, παρόλα αυτά όταν η Κλαίρ τρέχει μέσα στο χαλάζι με τον γιό της αγκαλιά, λίγα λεπτά πριν απο το τέλος, περνά δίπλα από μια σημαία με τον αριθμό 19. Κατά τον Τρίερ η 19η τρύπα είναι «limbo», ένα κενό, μια λήθη, η κατάσταση στην μετά θάνατον ζωή, αυτών που πέθαναν με το προπατορικό αμάρτημα, είτε μή έχοντας αμαρτήσει (λήθη των βρεφών), είτε έχοντας αμαρτήσει αλλά έχοντας δώσει τη ζωή τους για τον Θεό, περιμένουν την ημέρα της Κρίσης (λήθη των Πατέρων).</p>
<p>Αυτό ειναι και το νόημα που περικλείεται στα τελευταία λόγια της Τζαστίν: «Κρατήστε μου το χέρι. Κλείστε τα μάτια σας.» Εμπιστοσύνη σε κάτι που βρίσκεται «μετά»; Εμπιστοσύνη σε κάτι που βρίσκεται «εκεί»; Όπως και νάχει, η άνευ όρων παράδοση και παραδοχή του «Σωτήρα» είναι προαπαιτούμενη της εμπιστοσύνης.  </p>
<p>Αποκάλεσα στην αρχή, την ταινία «ποίημα του Ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Τα ποιήματα όμως τα ερμηνεύει ο καθένας όπως θέλει, αυτή ειναι και η ομορφιά τους. Θα χαρώ πολύ να δώ την άποψη σας γραμμένη από κάτω, την ερμηνεία σας, όταν δείτε την ταινία. Ο παρονομαστής θα είναι ίδιος, πιστεύω, η 19η τρύπα απο τις 18, η λήθη της απέναντι πλευράς ή το κενό κατ&#8217; άλλους και ταυτόχρονα μια υπέρβαση του καθενός απο τα ειωθότα.</p>
<img src="http://michalopoulos.gr/blog/?ak_action=api_record_view&id=673&type=feed" alt="" />]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://michalopoulos.gr/blog/?feed=rss2&#038;p=673</wfw:commentRss>
		<slash:comments>2</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Καλή χρονιά με ξένα κόλλυβα..</title>
		<link>http://michalopoulos.gr/blog/?p=624</link>
		<comments>http://michalopoulos.gr/blog/?p=624#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 02 Jan 2012 03:00:37 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Ye-Olde</dc:creator>
				<category><![CDATA[Σκέψεις τους]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://michalopoulos.gr/blog/?p=624</guid>
		<description><![CDATA[Η πρώτη είδηση που έμαθα την πρώτη μέρα του χρόνου ήταν για έναν φίλο που πέθανε, από καρδιά, στα σαράντακάτι του, αφήνοντας πισω του δυό αγγελούδια 7-8 χρονών και τη σύζυγο του να τα προσέχει. Από τότε, παρά το ότι είμαι σε blogογραφικό οίστρο, στέρεψα. Γιαυτό σήμερα αναδημοσιεύω κάτι από το blog του Νίκου Δήμου, [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p>Η πρώτη είδηση που έμαθα την πρώτη μέρα του χρόνου ήταν για έναν φίλο που πέθανε, από καρδιά, στα σαράντακάτι του, αφήνοντας πισω του δυό αγγελούδια 7-8 χρονών και τη σύζυγο του να τα προσέχει. Από τότε, παρά το ότι είμαι σε blogογραφικό οίστρο, στέρεψα.<br />
Γιαυτό σήμερα αναδημοσιεύω κάτι από το blog του Νίκου Δήμου, από το 2006.<br />
Με είχε εντυπωσιάσει πολύ και η ανάρτηση και τα σχόλια. Φτάνουν τα 500 τώρα.. Διαβάστε μόνοι σας.. Α, και καλή χρονιά&#8230;</p>
<p><a href="http://michalopoulos.gr/blog/wp-content/uploads/2012/01/Maria.jpg" rel="lightbox[624]" title="Maria"><img src="http://michalopoulos.gr/blog/wp-content/uploads/2012/01/Maria-300x263.jpg" alt="" title="Maria" width="300" height="263" class="alignleft size-medium wp-image-625" /></a><em>Σήμερα θα σας διηγηθώ μία ιστορία.<br />
Η Μαρία (Μ) είναι μία ωραία κοπέλα. Ζει από την μία πλευρά του μεγάλου ποταμού. Από την άλλη όχθη ζούνε δύο άνδρες. Τον ένα (Α) η Μαρία τον αγαπάει παράφορα, αλλά αυτός δεν της δίνει σημασία. Ο δεύτερος (Β) είναι τρελά ερωτευμένος με την Μαρία – αλλά αυτή απλώς τον συμπαθεί.</p>
<p>Μια βραδιά χειμωνιάτικη με άθλιο καιρό, η Μαρία απελπισμένη περνάει το ποτάμι με τον περαματάρη (Π) και πηγαίνει στο σπίτι του Α. Προσπαθεί να τον πείσει να την κρατήσει κοντά του. Αυτός της εξηγεί ότι δεν την αγαπά. Της λεει πάντως να μείνει μέχρι το πρωί επειδή ο καιρός έχει αγριέψει.</p>
<p>Την νύχτα η Μαρία τρυπώνει στο κρεβάτι του Α και του επιτίθεται. Κάνουν έρωτα. Το πρωί όμως, ο καιρός έχει φτιάξει και ο Α της θυμίζει ότι πρέπει να φύγει.</p>
<p>Απελπισμένη η Μαρία τρέχει στο σπίτι του Β. Του διηγείται όλη την ιστορία και τον παρακαλεί να την κρατήσει κοντά του. Ο Β, ενοχλημένος, της λεει: «πώς τολμάς να μου το ζητάς μετά από αυτό που έκανες την νύχτα;»</p>
<p>Λίγο πιο πάνω μένει ένα Ψυχίατρος (Ψ). Η Μαρία καταφεύγει σε αυτόν. Του αφηγείται το πρόβλημά της. Αυτός της λεει ότι είναι αρκετά δύσκολα τα πράγματα και δεν αντιμετωπίζονται με μία συνεδρία – θα πρέπει να αρχίσει τακτική ψυχοθεραπεία για να φωτιστούν οι συγκρούσεις μέσα της και οι λόγοι που την κάνουν να αντιδρά έτσι.</p>
<p>Η Μαρία, δυστυχής, φεύγει για να γυρίσει στο σπίτι της. Στο δρόμο της συναντάει τον ληστή (Λ). Ο Ληστής της παίρνει όλα της τα χρήματα. Όταν φτάσει στον περαματάρη, αυτός αρνείται να την περάσει απέναντι χωρίς πληρωμή.</p>
<p>Η Μαρία, πάντα απελπισμένη, πέφτει στο ποτάμι να περάσει κολυμπώντας. Όμως το ρεύμα είναι ορμητικό, την παρασύρει και πνίγεται.</p>
<p>ΕΠΙΜΥΘΙΟ ΚΑΙ ΤΕΣΤ: Στην ιστορία υπάρχουν 6 πρόσωπα (Μ, Α, Β, Ψ, Λ, Π). Κάθε ένα εμπλέκεται στη υπόθεση που οδηγεί στον θάνατο της Μαρίας. Ευθύνονται όλοι; Ποιος περισσότερο, ποιος λιγότερο και ποιος καθόλου;</p>
<p>Βάλτε τα γράμματα στην σειρά (πρώτος αυτός που ευθύνεται περισσότερο, κτλ) και δικαιολογήστε την επιλογή σας.</p>
<p>Δεν είναι απλό παιχνίδι. Σας προειδοποιώ: υπάρχουν περίπλοκες ερμηνείες&#8230;<br />
</em><br />
Την αυθεντική ανάρτηση του Νίκου Δήμου μπορείτε να την βρείτε <a href="http://www.ndimou.gr/ndimou/2006/05/blog-post_11.html" target="_blank">εδώ</a>.</p>
<img src="http://michalopoulos.gr/blog/?ak_action=api_record_view&id=624&type=feed" alt="" />]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://michalopoulos.gr/blog/?feed=rss2&#038;p=624</wfw:commentRss>
		<slash:comments>4</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>για έναν έρωτα που δεν πρόλαβα να χαρώ..</title>
		<link>http://michalopoulos.gr/blog/?p=611</link>
		<comments>http://michalopoulos.gr/blog/?p=611#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 28 Dec 2011 04:42:11 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Ye-Olde</dc:creator>
				<category><![CDATA[Σκέψεις μου]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://michalopoulos.gr/blog/?p=611</guid>
		<description><![CDATA[..πριν τριάντα χρόνια.. Φριχτούγεννα, τέλη δεκαετίας του ‘70. Σχολικός έρωτας η Σοφία. Εγώ στο σχολείο δηλαδη, αυτή έναν χρόνο μεγαλύτερη διάβαζε να ξαναδώσει. Είχαμε γνωριστεί Χριστούγεννα στο πάρτυ της αδελφής της, που τα είχε με έναν φίλο. Μόλις είχε βγει το «Last train to London» των ELO και πρέπει να το είχαμε ακούσει 20 φορές [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p><a href="http://michalopoulos.gr/blog/wp-content/uploads/2011/12/tsarouxis028kn0.jpg" rel="lightbox[611]" title="tsarouxis028kn0"><img src="http://michalopoulos.gr/blog/wp-content/uploads/2011/12/tsarouxis028kn0-206x300.jpg" alt="" title="tsarouxis028kn0" width="206" height="300" class="alignleft size-medium wp-image-612" /></a>..πριν τριάντα χρόνια..<br />
Φριχτούγεννα, τέλη δεκαετίας του ‘70. Σχολικός έρωτας η Σοφία. Εγώ στο σχολείο δηλαδη, αυτή έναν χρόνο μεγαλύτερη διάβαζε να ξαναδώσει. Είχαμε γνωριστεί Χριστούγεννα στο πάρτυ της αδελφής της, που τα είχε με έναν φίλο. Μόλις είχε βγει το «Last train to London» των ELO και πρέπει να το είχαμε ακούσει 20 φορές εκείνο το βράδυ. Ανανεώσαμε όλοι μαζί το ραντεβού για την επόμενη Παρασκευή, στον Αχιλλέα, μια ταβέρνα με μουσική, στην Ανάληψη. Είχα επιδιώξει να καθήσω δίπλα της, τα λέγαμε και μετά από λίγο τα δάχτυλα μας πλέχτηκαν κάτω από το τραπέζι. Στις ώρες που μείναμε εκεί, μπροστά στα καραφάκια με το λευκό κρασί, ερχόμασταν και ολο πιο κοντά.</p>
<p>Ξεκινήσαμε να φύγουμε, τα κορίτσια έμεναν Ιταλίας, θα τα πηγαίναμε σπίτι, το πρώτο φιλί ήταν κάτω από μιά πιλοτή, κάπου εκεί κοντά. Έχουν περάσει τριάντα και χρόνια, αλλά θυμάμαι πως φορούσε καφέ κοτλέ levis, μια πράσινη ζιβάγκο, κίκερς απο το Μούγερ και ένα μπέζ μοντκόμερυ. Δεν θέλαμε να τελειώσει η διαδρομή απο την Ανάληψη στο σπίτι της, πηγαίναμε σφιχτά χέρι-χέρι, κάθε λίγο σταματούσαμε και ενώναμε τα χείλη μας. Διαδρομή του δεκαλέπτου, την κάναμε πάνω από μιά ώρα, καθυστερώντας και το άλλο ζευγάρι, φιλιά στην είσοδο, ταξί για σπίτι, ύπνος γλυκός και ονειρικός, ξύπνημα την άλλη μέρα, με την μυρωδιά της παντού και την απορία αν ήταν όνειρο ή όχι. Αλήθεια πόσες φορές δεν έχει συμβεί αυτο; Να ξυπνάω την επόμενη μέρα και να αναρωτιέμαι αν όλα όσα συνέβησαν τα έζησα ή ήταν όνειρο; Μόνη απόδειξη, ένα άρωμα, μια γεύση στα χείλη, ένα αίσθημα γλύκας από τους λαιμούς που άγγιξαν ο ένας τον άλλον.</p>
<p>Ακολούθησαν δύο τρείς έξοδοι με όλη την παρέα, ξανάρχισαν τα σχολεία, μια μέρα που ήμουν απογευματινός, προσκλήθηκα να περάσω από το σπίτι της. Οι γονείς της έλειπαν στη δουλειά, η αδελφή της ήταν στο σχολείο, έφτασα κατά τις 11, με τα βιβλία μου, φορούσε ένα φόρεμα με φουφούλες στα μανίκια και πολλά κουμπιά στην πλάτη. Σαν τα κορίτσια του Χατζηδάκι, που τρέχουν στα σταροχώραφα το απομεσήμερο του καλοκαιριού. Τα κορμιά μας ενώθηκαν εξερευνητικά στο πάτωμα του σαλονιού, τρυφερά, συγκρατημένα, με δισταγμό και σεβασμό. Έφυγα πετώντας, πως να εξηγήσω τη χαρά μου στους συμμαθητές μου, που συζητούσαν για ποδόσφαιρο, φυσική και αρχαία. Οι μέρες περνούσαν, ανακαλύπταμε πράγματα μαζί, από το να ζείς και να σκέφτεσαι τον άλλον συνέχεια, ως τις χαρές του έρωτα, στην κρεβατοκάμαρα των γονιών της που έλειπαν σε ταξίδι.   </p>
<p>Οι γονείς μας συνάδελφοι και γνωστοί. Ο καιρός πέρασε, το καλοκαίρι έβγαινε, πλησίαζαν ξανά οι μέρες των σχολείων. Είχαν βγει τα αποτελέσματα και η Σοφία είχε περάσει κάπου μακρυά απο την Θεσσαλονίκη. Μου ζητάει να συναντηθούμε για να μιλήσουμε, βρεθήκαμε κάπου δίπλα στη θάλασσα, στον Ναυτικό όμιλο, στη Σοφούλη. Εκεί, με κλάματα μου ανακοίνωσε πως ήθελε να χωρίσουμε. Ένοιωσα τον κόσμο να φεύγει κάτω από τα πόδια μου. Δεν μπορούσε να μου εξηγήσει το γιατί, απλά έκλαιγε και μου έλεγε «δεν γίνεται». Χωρίσαμε εκεί, ένα δειλινό, με δάκρυα στα μάτια που λέει και το τραγούδι. Ήταν η πρώτη μου απογοήτευση. </p>
<p>Με πόνεσε πολύ, με πήρε απο κάτω για μήνες. Έχασα τον εαυτό μου, οι βαθμοί μου μηδενίστηκαν, το τροπάριο που άκουγα από τη μάνα μου ήταν «τζάμπα πάει το μυαλό σου». Μάλλωνα με τους δικούς μου, περισσότερο από συνήθως, ώσπου μιά μέρα έπαθα μια σοβαρή κρίση πανικού, την πρώτη, που τότε κανείς δεν ήξερε πως να την αντιμετωπίσει.  Από τα τρία F, το ασυνείδητο μου διάλεξε το «Fight». Ένοιωσα ξαφνικά έναν φριχτό πόνο στην πλάτη, έχασα την αναπνοή μου, πάλευα να πάρω ανάσα με γρήγορες κοφτές αναπνοές, άρχισα να θολώνω απο το πολύ οξυγόνο, το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει. Ήθελα να μαλλώσω με τους πάντες, επιτέθηκα στον πατέρα μου που προσπαθούσε να με ηρεμήσει, έσπασα μια τζαμαρία, πάλευα με τα κομμάτια να κόψω τις φλέβες μου, δεν μπορείτε να φανταστείτε το πόσο δύσκολο είναι. Χρόνια μετά είχαν μείνει κάτι αχνά σημάδια, τώρα πλέον ίσως να μην υπάρχουν. Ήθελα να κομματιάσω τη σάρκα μου, να μην υπάρχω, όχι χωρίς Αυτήν, όχι με τόσο πόνο&#8230;</p>
<p>Τις επόμενες μέρες, άκουγα στη διαπασών τους στίχους “old Charlie stole the handle and the train «it» won&#8217;t stop going, no way to slow down”, την ιστορία ενός looser από τους Jethro Tull και ένοιωθα την περιδίνηση πρός τα κάτω να με συνεπαίρνει. Ευτυχώς είχα για παρέα έναν βλαμμένο, ερχόταν από το σπίτι μου τα απογεύματα, ακούγαμε Λιλλιπούπολη και κατεβαίναμε κάτω, στα αναρχο-καφενεία, Αχίλλειο, Ματζέστικ, Αιγαίο. Το σλόγκαν μου, του χωρισμού, ήταν «Τσιγάρο-πιοτό, κιτρίνισα γαμώ τη φάρα μου..». Εφταιγαν και τα άφιλτρα που κάπνιζα για το κίτρινο χρώμα στα δάχτυλα.. Είχα πολύ νωπό τον στίχο από τη Ρεζέρβα του Σαββόπουλου «..Σχεδόν τρεκλίζοντας ξανά &#8216;ρθε στην Αθηνά, και τότε πιάσαν την μνηστή του, της είπαν λόγια, βοηθήσαν κι γονείς ώσπου διέκοψε μαζί του..».</p>
<p>Με το Scoda του πατέρα μου, χωρίς δίπλωμα, χωρίς την έγκριση του, πήγαινα και πάρκαρα κάτω από το παράθυρο της, σε μιά πρασιά, καθόμουν και κάπνιζα ώρες ατελείωτες, ακούγοντας μουσική, με την ελπίδα πως θα δω ενα φως να ανάβει, μια φιγούρα να κινείται, Αυτήν. Ποτέ δεν έγινε αυτό, μάλλον κοιμόταν νωρίς και ήσυχα, μάλλον δεν μοιραζόταν τον ίδιο πόνο με μένα. Μερικές φορές εξοργιζόμουν, γιατί εγώ να πονάω και αυτή να μην το νοιώθει; Δεν έπρεπε οι εραστές να έχουν τηλεπαθητικές ικανότητες και να νοιώθει ο ένας τον άλλον; Έμενα βουβός και άλαλος, σχεδόν κάθε βράδυ από κει κάτω, πόσα πολλά είχα να πω, αλλά η γέφυρα ήταν κομμένη..<br />
Όταν άρχιζε να ξημερώνει, το γνωστό λυκαυγές, γύριζα και φρόντιζα να παρκάρω το αυτοκίνητο στο ίδιο σημείο, για να μην πάρει χαμπάρι ο πατέρας. </p>
<p>Λίγους μήνες μετά, μου ήρθε ένα γράμμα από τη Σοφία, όπου μου έγραφε πως ήταν στην Πάτρα, πως ήθελε να με δει, τα παράτησα όλα, μπήκα στο ΚΤΕΛ και πήγα. Υπέροχη διαδρομή, Ναύπακτος, Γαλαξείδι, Αντίρριο, Ρίο και έφτασα. Με δάκρυα μου ομολόγησε πως ήταν απόφαση της Κυρίας Λιλίκας, της μητρός, η οποία δεν έβλεπε μέλλον στην κόρη της μαζί μου. Την πίεσε και την έπεισε, τότε ήταν 19 και εγώ 18, να με χωρίσει. Ηγεμονική μορφή η Κυρία Λιλίκα. Κοντή, χοντρή, με στενά χείλη, μονίμως ξυνισμένη, όπως θάπρεπε να είναι οι μανάδες όλων των φιλενάδων μας. Περάσαμε μερικές υπέροχες μέρες, μαγειρεύαμε, κάναμε έρωτα, πήγαμε στην Ζάκυνθο. Μαγικό νησί, τότε, μαγικοί άνθρωποι. Κάπνιζα πίσω στο δελφίνι, είχα μακρυα σγουρά μαλλιά που ανέμιζαν, ήμουν ανέμελος, είχα ξαναβρεί την αγάπη μου. Κράτησε μερικούς μήνες η ιστορία μας ακόμη. Τελικά, το ρήγμα που άνοιξε η Κυρία Λιλίκα ήταν πολύ μεγάλο για να κλείσει. Χωρίσαμε χωρίς δάκρυα, είχαν στερέψει, τα βράδυα που περίμενα κάτω από το παράθυρο της.</p>
<p>Η Σοφία ήταν ένα πρωτόγνωρο, αλλά μάλλον ασήμαντο κομμάτι στο πάζλ της ψυχής μου. Μάθαμε πολλά μαζί, αλλά δεν φανταζόμουν ποτέ πως θα υπήρχε μεγαλύτερος πόνος. Τότε δεν μπορούσα καν να το φανταστώ. Τώρα ξέρω πώς κάθε φορά θα είναι και χειρότερα..</p>
<p>Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Πρώτα από όλα γιατί με ανακουφίζει. Το κείμενο ήταν ημιτελές, το συμπλήρωσα και το δημοσίευσα. Πάντα όταν αισθάνομαι ότι χάνω τη γή κάτω από τα πόδια μου, σαν τον Ανταίο, γονατίζω και προσπαθώ να αγγίξω τις ρίζες μου. Αυτή την τρυφερή ύλη, τα δάκρυα που χύθηκαν, τον πόνο που πότισε το χώμα, τα «γιατί» μου, που είναι διάσπαρτα γύρω μου. Θέλω να ξέρω, θέλω να νοιώθω, θέλω να μυρίζω, αλλά αυτές οι στιγμές είναι καθαρά προσωπικές. Όπως λέει και ένας φίλος, σαν να περνάει η ζωή όλη, σαν ταινία από μπροστά μου.<br />
Για να πάρω δύναμη να συνεχίσω, είτε «έναν έρωτα που δεν πρόλαβα να χαρώ» είτε έναν ακόμη έρωτα που καραδοκεί στη γωνία. Μέχρι πότε θα καραδοκεί; Κανείς δεν ξέρει, ούτε εγώ.. Κάθε φορά αισθανομαι πως είναι ο τελευταίος..<br />
Όπως στην αρχή μιάς ιστορίας θα έλεγε κάποιος «στα είπα όλα, φίλα με τώρα», έτσι στο τέλος αρκεί το «στα είπα όλα». Και μετά σιωπή&#8230; Εξάλλου, οι πολιτισμένοι άνθρωποι, παίρνουν πολιτισμένες αποφάσεις.. </p>
<p><em><br />
Μ&#8217; αεροπλάνα και βαπόρια<br />
και με τους φίλους τους παλιούς<br />
<strong>τριγυρνάμε στα σκοτάδια<br />
κι όμως εσύ δε μας ακούς</strong></p>
<p>Δε μας ακούς που τραγουδάμε<br />
με φωνές ηλεκτρικές<br />
μες στις υπόγειες στοές<br />
<strong>ώσπου οι τροχιές μας συναντάνε<br />
τις βασικές σου τις αρχές</strong></p>
<p>Ο πατέρας μου ο Μπάτης (Απρόσιτη μητέρα μορφή από χώμα και ουρανό)<br />
ήρθε απ&#8217; τη Σμύρνη το &#8217;22 (θα χαθώ απ&#8217;τα μάτια σου τα δυο)<br />
κι έζησε πενήντα χρόνια (μες στον κόσμο)<br />
σ&#8217; ένα κατώι μυστικό (σαν πρόσφυγας σ&#8217;ένα κατώι μυστικό)</p>
<p>Σ&#8217; αυτόν τον τόπο όσοι αγαπούνε (αν αγαπούνε)<br />
τρώνε βρώμικο ψωμί (τρώνε βρώμικο ψωμί)<br />
(του λόγου σου οι πιστοί)<br />
κι οι πόθοι τούς ακολουθούνε (κι οι πόθοι τούς ακολουθούνε υπόγεια διαδρομή)<br />
υπόγεια διαδρομή</p>
<p>Χθες το βράδυ είδα ένα φίλο<br />
σαν ξωτικό να τριγυρνά<br />
πάνω στη μοτοσικλέτα<br />
και πίσω τρέχανε σκυλιά</p>
<p><strong>Σήκω ψυχή μου δώσε ρεύμα<br />
βάλε στα ρούχα σου φωτιά (σαν τον Μάρκο)<br />
βάλε στα όργανα φωτιά (βάλε στα όργανα φωτιά)<br />
να τιναχτεί σαν μαύρο πνεύμα (να κλείσει η λαβωματιά nα τιναχτεί σαν μαυρο πνευμα)<br />
η τρομερή μας η λαλιά (η τρομερή μας η λαλιά)</strong></p>
<p>(Μες στις παρενθέσεις είναι τα λόγια του Σαββόπουλου)</em></p>
<p><center><br />
<object width="500" height="284"><param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/5jHzzEtecwI?version=3&amp;hl=en_US"></param><param name="allowFullScreen" value="true"></param><param name="allowscriptaccess" value="always"></param><embed src="http://www.youtube.com/v/5jHzzEtecwI?version=3&amp;hl=en_US" type="application/x-shockwave-flash" width="500" height="284" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true"></embed></object><br />
</center></p>
<img src="http://michalopoulos.gr/blog/?ak_action=api_record_view&id=611&type=feed" alt="" />]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://michalopoulos.gr/blog/?feed=rss2&#038;p=611</wfw:commentRss>
		<slash:comments>14</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>

